Σε κομβικό πεδίο διαπραγματεύσεων μετατρέπονται τα Στενά του Ορμούζ, καθώς πίσω από τους υψηλούς τόνους και τους διαληκτικούς ισχυρισμούς της Ουάσινγκτον και της Τεχεράνης βρίσκεται σε εξέλιξη ένα έντονο παρασκήνιο.
Παρά τις δημόσιες διαψεύψεις του ιρανικού καθεστώτος περί απευθείας επαφών με τις ΗΠΑ και τις προειδοποιήσεις του Ντόναλντ Τραμπ για «τελευταία ευκαιρία» πριν την καταστροφή, οι δύο πλευρές φαίνεται να αναζητούν δίαυλο επικοινωνίας μέσω του Ομάν, στοχεύοντας σε μια ειδική συμφωνία για την ασφαλή διέλευση των δεξαμενόπλοιων.
Η μετατόπιση της συζήτησης στη διαχείριση της ναυσιπλοΐας αναδεικνύει το μεγάλο ατού της Τεχεράνης, η οποία χρησιμοποιεί το στρατηγικό αυτό πέρασμα ως διαπραγματευτικό όπλο.
Αναλυτές επισημαίνουν πως αν επιτευχθεί μια αυτόνομη συμφωνία για τα Στενά, αυτό θα σημαίνει ουσιαστικά ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν κατάφεραν να πετύχουν τους αρχικούς πολεμικούς τους στόχους από την έναρξη των επιχειρήσεων στα τέλη Φεβρουαρίου.
Την ίδια στιγμή, η αμερικανική πλευρά δείχνει να εγκλωβίζεται σε ένα πρόβλημα που δεν υπήρχε προ πολέμου, την ώρα που στο τραπέζι παραμένουν προτάσεις για τη δημιουργία ενός κοινού ταμείου Ιράν-Ομάν που θα εισπράττει τέλη για τη διευκόλυνση της διέλευσης των πλοίων.
Η τακτική του Αμερικανού προέδρου δέχεται έντονη κριτική από διεθνείς αναλυτές, όπως ο Αλί Βαέζ του International Crisis Group, ο οποίος εκτιμά πως ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σε αδιέξοδο ανάμεσα σε έναν πόλεμο που δεν κερδίζεται και σε μια ανεπιθύμητη συμφωνία.
Σύμφωνα με αυτή την οπτική, οι ακραίες απειλές και το βίαιο λεξιλόγιο αποτυπώνουν την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να κερδίσει χρόνο. Παράλληλα, Ιρανοί αναλυτές και διεθνείς ειδικοί τονίζουν ότι η Τεχεράνη θεωρεί πως έχει εντοπίσει την «αχίλλειο πτέρνα» της διεθνούς κοινότητας απειλώντας τις κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, καταστώντας σαφές ότι οι στρατιωτικές πιέσεις δεν πρόκειται να την κάμψουν στο ζήτημα του ελέγχου της περιφερειακής ασφάλειας.