Όπως η εισβολή στο Κουβέιτ το 1990 και ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003 αναδιαμόρφωσαν ριζικά τον αραβικό κόσμο, έτσι και ο πρόσφατος πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν λειτουργεί ως καταλύτης για την πλήρη αναθεώρηση των ισορροπιών στη Μέση Ανατολή.
Η σύρραξη αυτή γκρέμισε την πεποίθηση ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία αποτελεί απόλυτη εγγύηση ασφάλειας για τις χώρες του Κόλπου. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι αμερικανικές βάσεις εκθέτουν τα κράτη που τις φιλοξενούν σε τεράστιο οικονομικό και στρατιωτικό κόστος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα ιρανικά πλήγματα στο Κατάρ, τα οποία έπληξαν προσωρινά το ένα πέμπτο των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου της χώρας. Αν και η πλήρης αποδέσμευση των κρατών του Κόλπου από την Ουάσινγκτον δεν είναι ρεαλιστική στο άμεσο μέλλον, οι περιφερειακές δυνάμεις αναζητούν πλέον εναλλακτικές αμυντικές διευθετήσεις, οδηγώντας στη διαμόρφωση δύο αναδυόμενων, άτυπων αξόνων συνεργασίας.
Μια από τις πιο αξιοσημείωτες εξελίξεις είναι η αυξανόμενη ευθυγράμμιση μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας, της Αιγύπτου και του Πακιστάν.
Πρόκειται για μια σύμπραξη όπου κάθε πλευρά συνεισφέρει διαφορετικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, καθώς το Ριάντ παρέχει την οικονομική ισχύ, η Άγκυρα προσφέρει μια εξελιγμένη αμυντική βιομηχανία, το Κάιρο συνεισφέρει το γεωγραφικό και στρατιωτικό του βάρος, ενώ το Ισλαμαμπάντ ενισχύει το σχήμα με τις πολιτικές και πυρηνικές του δυνατότητες.
Παρά το ιστορικό καχυποψίας, όπως η κρίση στο Κατάρ το 2017 ή η ανατροπή του Μόρσι στην Αίγυπτο το 2013, οι χώρες αυτές συντονίζουν πλέον στενά τη στάση τους απέναντι στις περιφερειακές κρίσεις.
Στον αντίποδα, το Ισραήλ φαίνεται να αναβιώνει και να εκσυγχρονίζει το ιστορικό δόγμα της περιφέρειας, επιδιώκοντας να "περικυκλώσει" τον αραβικό κόσμο μέσω ενός δικτύου εταιρικών σχέσεων που εκτείνεται από την Ανατολική Μεσόγειο και το Κέρας της Αφρικής μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό.
Βασικός πυλώνας αυτού του δικτύου είναι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς μετά τις Συμφωνίες του Αβραάμ η συνεργασία τους με το Τελ Αβίβ επεκτάθηκε στη ναυτική ασφάλεια και τις υποδομές. Παράλληλα, η Ινδία συμμετέχει ενεργά μέσω του σχήματος I2U2 και του σχεδιαζόμενου οικονομικού διαδρόμου IMEC, αποτελώντας ταυτόχρονα τον μεγαλύτερο αγοραστή ισραηλινών όπλων στον κόσμο.
Στο δυτικό προπύργιο αυτού του δικτύου βρίσκονται η Ελλάδα και η Κύπρος, οι οποίες ανέπτυξαν στρατηγική σχέση με το Ισραήλ στους τομείς της ενέργειας και της ασφάλειας μετά τη ρήξη των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ το 2010 λόγω του επεισοδίου με το Mavi Marmara, λειτουργώντας πλέον ως αντίβαρο στην τουρκική επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πιο νότια, η Αιθιοπία και η Σομαλιλάνδη συμπίπτουν στα συμφέροντά τους με το Ισραήλ και τα Εμιράτα για τον έλεγχο των ναυτιλιακών οδών λόγω των επιθέσεων των Χούθι, γεγονός που προκαλεί την έντονη ανησυχία του Καΐρου, του Ριάντ και της Άγκυρας.
Παρά τη διαμόρφωση αυτών των δύο τάσεων, οι αναλυτές ξεκαθαρίζουν ότι η Μέση Ανατολή δεν χωρίζεται σε δύο συμπαγή και άκαμπτα στρατόπεδα. Η περιοχή υποφέρει διαχρονικά από βαθιά αμοιβαία καχυποψία και οι αποφάσεις λαμβάνονται κυρίως με βάση τη διαχείριση κρίσεων και τα βραχυπρόθεσμα οφέλη.
Για παράδειγμα, η Αίγυπτος δεν μπορεί να απομονώσει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα λόγω των τεράστιων οικονομικών επενδύσεων στη χώρα, ούτε σκοπεύει να διαταράξει την ειρήνη με το Ισραήλ.
Αντίστοιχα, η Τουρκία έχει αποκαταστήσει πλήρως τις οικονομικές της σχέσεις με τα Εμιράτα. Συνεπώς, αυτό που αναδύεται είναι ένα σύστημα ρευστής διπλωματίας, όπου τα κράτη μπορεί να συνεργάζονται σε ένα μέτωπο, όπως αυτό της ασφάλειας, και ταυτόχρονα να ανταγωνίζονται σε ένα άλλο, όπως η οικονομία ή η ενέργεια, σε μια εποχή που οι παλιές βεβαιότητες έχουν χαθεί οριστικά.