Για τη Χεζμπολάχ, την ισχυρότερη σιιτική πολιτοφυλακή του Λιβάνου επί δεκαετίες, ο Σεπτέμβριος του 2024 αποτέλεσε σημείο καμπής. Τότε ανασύρθηκε από τα ερείπια στα νότια προάστια της Βηρυτού η σορός του Χασάν Νασράλα, έπειτα από ισραηλινά πλήγματα, αποκαλύπτοντας —ανεξαρτήτως της ακριβούς αιτίας θανάτου— το εύθραυστο της άλλοτε «ατρόμητης» οργάνωσης, όπως επισημαίνει ο Economist.
Τις τελευταίες εβδομάδες, η εικόνα αποδυνάμωσης έγινε εντονότερη, καθώς η πολιτική αναταραχή στο Ιράν, βασικό χρηματοδότη και προστάτη της Χεζμπολάχ, και η σκληρή καταστολή των διαδηλώσεων έφεραν στο φως και τα όρια της επιρροής της Τεχεράνης στους περιφερειακούς της συμμάχους. Ως βασικό εργαλείο αποτροπής απέναντι στο Ισραήλ, η Χεζμπολάχ βρίσκεται πλέον υπό διπλή πίεση: στρατιωτικά αποδυναμωμένη και οικονομικά στριμωγμένη, στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στην πολιτική της επιρροή εντός Λιβάνου για να διατηρήσει ρόλο και ισχύ.
Στο οικονομικό πεδίο, οι πηγές χρηματοδότησης έχουν περιοριστεί δραστικά. Η απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα διέκοψε δίκτυα που για χρόνια απέφεραν έσοδα μέσω λαθρεμπορίου, ναρκωτικών και ξεπλύματος χρήματος, με το Καράκας να λειτουργεί ως κόμβος παράνομων ιρανικών συναλλαγών. Μετά την αλλαγή καθεστώτος, οι ΗΠΑ ενίσχυσαν τις πιέσεις και, σύμφωνα με πρόσωπα που διατηρούν επαφές με την οργάνωση, η «στρόφιγγα» των εσόδων έχει σε μεγάλο βαθμό κλείσει.
Ταυτόχρονα, τα ισραηλινά πλήγματα συνεχίζονται, ενώ η Χεζμπολάχ έχει χάσει κρίσιμα σημεία διακίνησης ανθρώπων, όπλων και χρημάτων, όπως το αεροδρόμιο της Βηρυτού. Η πτώση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία το 2024 διέκοψε επίσης βασικές οδούς ανεφοδιασμού, καθιστώντας δυσκολότερη και ακριβότερη την ανανέωση του οπλοστασίου.
Στο επίπεδο της ηγεσίας, οι απώλειες είναι καθοριστικές. Παρά την εκεχειρία με το Ισραήλ, οι στοχευμένες επιθέσεις συνεχίστηκαν, με αποτέλεσμα τον αποδεκατισμό των ανώτερων στελεχών. Όσοι παραμένουν είναι κυρίως ηλικιωμένοι, απομονωμένοι και εξαιρετικά επιφυλακτικοί στις μετακινήσεις και στις επαφές τους. Την ίδια ώρα, οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης έχουν ενισχύσει τον άμεσο έλεγχό τους στις στρατιωτικές δομές της οργάνωσης, περιορίζοντας σημαντικά την αυτονομία της, ιδίως μετά τον θάνατο του Νασράλα.
Παράλληλα, αυξάνεται η κοινωνική δυσαρέσκεια στον Λίβανο, ακόμη και εντός της σιιτικής κοινότητας. Σε περιοχές του νότου, όπου η Χεζμπολάχ άλλοτε προέβαλλε την ταχύτητα ανοικοδόμησης ως απόδειξη ισχύος, μεγάλα τμήματα παραμένουν κατεστραμμένα μετά τις συγκρούσεις του 2024. Αν και το Ιράν συνεχίζει να καλύπτει μισθούς μαχητών, η χρηματοδότηση για κοινωνικές παροχές και αποκατάσταση υποδομών έχει περιοριστεί, εντείνοντας την αίσθηση εγκατάλειψης μεταξύ των κατοίκων.
Ωστόσο, παρά τη φθορά, η οργάνωση δεν εξαφανίζεται. Αντί για μετωπική σύγκρουση, επιλέγει την προσαρμογή: επιστρέφει σε αποκεντρωμένες δομές, υπόγειες διαδρομές, λαθρεμπόριο και τακτικές ανταρτοπόλεμου, αντλώντας διδάγματα από τη δράση της Χαμάς στη Γάζα. Στα νότια του ποταμού Λιτάνι έχει περιορίσει την παρουσία της, επιτρέποντας την ανάπτυξη του λιβανικού στρατού, ενώ σε άλλες περιοχές ενισχύει εκ νέου δίκτυα ανεφοδιασμού και υπόγειες υποδομές.
Η πολιτική της ισχύς, σύμφωνα με αναλυτές, βασίζεται πλέον στη στρατηγική της «γκρίζας ζώνης»: ούτε πλήρης αφοπλισμός ούτε ανοιχτή ρήξη με το κράτος. Η ασαφής αυτή ισορροπία αποτρέπει μια άμεση σύγκρουση που θα μπορούσε να επιταχύνει την παρακμή της. Ωστόσο, όσο το καθεστώς στο Ιράν δοκιμάζεται από εσωτερικές πιέσεις, το μέλλον της Χεζμπολάχ παραμένει περισσότερο αβέβαιο από ποτέ.