Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζουν ένα ευρύ φάσμα επιλογών απέναντι στις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει δασμούς σε χώρες που αντιτίθενται στο σχέδιό του για ανάληψη ελέγχου της Γροιλανδίας, σε μια κλιμάκωση που συνδέει πλέον ανοιχτά το εμπόριο με τη γεωπολιτική και την ασφάλεια.
Μεμονωμένα, τα κράτη που βρίσκονται αντιμέτωπα με αμερικανικούς δασμούς 10% —και έως 25% από τον Ιούνιο— έχουν περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης. Ωστόσο, ως ενιαίο μπλοκ, η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει εργαλεία που μπορούν να αυξήσουν σημαντικά το κόστος της αμερικανικής πίεσης. Σύμφωνα με Ευρωπαίους διπλωμάτες, στο τραπέζι βρίσκονται ήδη τρεις βασικές κατευθύνσεις:
Πρώτον, πάγωμα της συμφωνίας για μηδενικούς δασμούς.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει ακόμη επικυρώσει τη συμφωνία που προβλέπει κατάργηση δασμών σε πολλά αμερικανικά προϊόντα. Μετά τις νέες απειλές Τραμπ, ισχυρές πολιτικές ομάδες στις Βρυξέλλες ζητούν την αναστολή της διαδικασίας.
Δεύτερον, επιβολή νέων ανταποδοτικών δασμών.
Η ΕΕ διαθέτει έτοιμο κατάλογο αμερικανικών προϊόντων αξίας άνω των 100 δισ. δολαρίων —από μοτοσικλέτες μέχρι τρόφιμα— στον οποίο θα μπορούσε να επανέλθει, αν και με τον κίνδυνο κλιμάκωσης σε λογική «οφθαλμός αντί οφθαλμού».
Τρίτον, ενεργοποίηση του Anti-Coercion Instrument (ACI).
Το λεγόμενο «εμπορικό μπαζούκα» επιτρέπει στην ΕΕ να επιβάλει περιορισμούς σε υπηρεσίες, επενδύσεις, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή πρόσβαση αμερικανικών εταιρειών σε δημόσιες συμβάσεις. Αν και ισχύει πάνω από δύο χρόνια, δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ. Πρώην αξιωματούχοι της ΕΕ εκτιμούν ότι η υπόθεση της Γροιλανδίας θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο πραγματικό τεστ εφαρμογής του.
Παράλληλα, Ευρωπαίοι ηγέτες ανησυχούν ότι ενδεχόμενη υποχώρηση στο ζήτημα της Γροιλανδίας θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο για άλλες εδαφικές διεκδικήσεις, υπονομεύοντας τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τη στήριξη προς την Ουκρανία απέναντι στη ρωσική εισβολή.
Μεταξύ των πιο ακραίων —αλλά πολιτικά εξαιρετικά ευαίσθητων— επιλογών συγκαταλέγεται ακόμη και ο περιορισμός της χρήσης αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην Ευρώπη, όπως η Ράμσταϊν στη Γερμανία, εξέλιξη που θα πυροδοτούσε βαθιά κρίση στις διατλαντικές σχέσεις.
Την ίδια στιγμή, η πίεση από την Ουάσιγκτον επιταχύνει τη στροφή της ΕΕ προς εναλλακτικές εμπορικές συμμαχίες. Η Ένωση έχει ήδη υπογράψει συμφωνία με χώρες της Νότιας Αμερικής, επιδιώκει συμφωνία με την Ινδία και εξετάζει αντίστοιχη κίνηση με την Αυστραλία. Παράλληλα, επανέρχεται η συζήτηση για τη στρατηγική «μείωσης κινδύνου» έναντι της Κίνας.
Παρότι Ευρωπαίοι διπλωμάτες επισημαίνουν ότι υπάρχει ακόμη χρόνος για διάλογο πριν από την 1η Φεβρουαρίου, το κλίμα είναι σαφώς πιο συγκρουσιακό από την περσινή κρίση. Όπως συνοψίζουν αναλυτές, η ΕΕ εμφανίζεται πλέον πιο έτοιμη να απαντήσει, θεωρώντας ότι το κόστος ανοχής στις πιέσεις Τραμπ γίνεται πολιτικά και στρατηγικά δυσβάσταχτο.
Ευρωπαϊκά πυρά απέναντι στις απειλές
Η Γαλλία και η Γερμανία δηλώνουν αποφασισμένες να αντιδράσουν «ισχυρά» εάν οι δασμοί συνδεθούν με την απαίτηση των ΗΠΑ για τη Γροιλανδία.
Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ τόνισε ότι το Παρίσι δεν επιθυμεί να χρησιμοποιεί τους δασμούς ως γεωπολιτικό όπλο, αλλά πρόσθεσε ότι ο μόνος τρόπος αποτροπής των αμερικανικών απειλών είναι να καταστεί σαφές πως η ΕΕ είναι έτοιμη να απαντήσει αποφασιστικά. Όπως είπε, Γαλλία και Γερμανία θα συντονιστούν για να πουν ένα σαφές «όχι», με γνώμονα την ευρωπαϊκή αξιοπιστία.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Γερμανός αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ χαρακτήρισε την απειλή προσάρτησης της Γροιλανδίας «κόκκινη γραμμή» για την ΕΕ, σημειώνοντας ότι υπάρχει ήδη νομικά κατοχυρωμένο εργαλείο για την αντιμετώπιση οικονομικού εξαναγκασμού και ότι οι προετοιμασίες πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα.
Σκληρές ήταν και οι αντιδράσεις άλλων κρατών-μελών. Ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών Ελκο Χάινεν χαρακτήρισε τις απειλές Τραμπ «ανεύθυνες» και ασύμβατες με σχέσεις συμμάχων, ενώ ο Πορτογάλος ομόλογός του Ζοακίμ Μιράντα Σαρμέντο υπογράμμισε ότι η ευρωπαϊκή απάντηση πρέπει να είναι «ισχυρή και ενιαία».