Οι οικονομικές πιέσεις μέσω κυρώσεων, δασμών και εμπορικών περιορισμών καθιερώθηκαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως εργαλείο ασφάλειας σε καιρό ειρήνης. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου διευρύνθηκαν και, στη μεταψυχροπολεμική εποχή, εξελίχθηκαν σε βασικό μηχανισμό επιβολής της διεθνούς τάξης. Σήμερα, ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους δείχνει να εξασθενεί.
Η «κόπωση των κυρώσεων», η εργαλειοποίηση της ενέργειας και η ανάδυση παράλληλων χρηματοπιστωτικών συστημάτων υπονομεύουν τη δύναμη αυτών των μέτρων, σηματοδοτώντας βαθύτερες μετατοπίσεις στο παγκόσμιο οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον.
Κεντρικός στόχος κάθε κράτους παραμένει η επιβίωση. Όταν αυτή απειλείται από οικονομικό εξαναγκασμό, τα κράτη προσαρμόζονται: αναζητούν εναλλακτικούς εμπορικούς εταίρους, αναδιαρθρώνουν τις οικονομίες τους ή, με την πάροδο του χρόνου, μαθαίνουν να λειτουργούν εντός ενός περιορισμένου πλαισίου. Η εμπειρία χωρών όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα δείχνει ότι, παρά τις διαφορετικές στρατηγικές τους, υπάρχουν κοινά μοτίβα αντίστασης.
Η Ρωσία, αντιμέτωπη με εκτεταμένες κυρώσεις σε εμπόριο, ενέργεια και χρηματοδότηση, είχε προετοιμαστεί εκ των προτέρων. Μέσα από το πρόγραμμα «Φρούριο Ρωσία», εφάρμοσε αυστηρή δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, συγκέντρωσε αποθέματα συναλλάγματος, αποπλήρωσε χρέη και περιόρισε την εξάρτησή της από τη δυτική οικονομία. Παράλληλα, αναπροσανατόλισε το εμπόριό της προς χώρες των BRICS και αναδυόμενες αγορές, διασφαλίζοντας τα έσοδα από τις εξαγωγές της. Το μοντέλο αυτό, με έντονη κρατική παρέμβαση και προτεραιότητα στις στρατιωτικές ανάγκες, θυμίζει ιστορικά την πολεμική οικονομία της Ιαπωνίας – μια επιλογή που διατηρεί τη συνοχή βραχυπρόθεσμα, αλλά δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις μετά το τέλος μιας σύγκρουσης.
Το Ιράν ακολούθησε παρόμοια πορεία, οικοδομώντας μια «οικονομία αντίστασης» απέναντι σε κυρώσεις που σχετίζονται με το πυρηνικό του πρόγραμμα και ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η στροφή προς την Κίνα, αλλά και προς την Ινδία και την Τουρκία, καθώς και η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, περιόρισαν την εξάρτηση από εχθρικές αγορές. Ωστόσο, οι κοινωνικές συνέπειες υπήρξαν βαρύτερες: η πίεση στη μεσαία τάξη και η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου ενίσχυσαν τις εσωτερικές εντάσεις, καθιστώντας αβέβαιο το κατά πόσο η κοινωνία θα αντέξει μακροχρόνια τις κυρώσεις.
Η ενέργεια, παράλληλα, έχει αναδειχθεί σε κατεξοχήν γεωοικονομικό όπλο. Χώρες με μεγάλους ενεργειακούς πόρους, όπως η Ρωσία, το Ιράν και –παλαιότερα– η Βενεζουέλα, αξιοποίησαν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο για να αναδιαμορφώσουν συμμαχίες και εμπορικές ροές. Μυστικά δίκτυα μεταφοράς, εκπτώσεις και συμφωνίες «πετρέλαιο αντί χρέους» συνέβαλαν στη διατήρηση εσόδων, αλλά και στη δημιουργία μιας ανατολικής ενεργειακής σφαίρας επιρροής. Η περίπτωση της Βενεζουέλας, με την άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ στον έλεγχο της παραγωγής μετά την πτώση του Μαδούρο, εγείρει ανησυχίες για επιστροφή σε πρακτικές ωμής ισχύος και νεοαποικιακής λογικής.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος παράλληλων χρηματοπιστωτικών συστημάτων περιορίζει τη δυτική κυριαρχία. Εναλλακτικά δίκτυα πληρωμών, αποδολαριοποίηση, χρήση τοπικών νομισμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, κρυπτονομισμάτων ή ανταλλαγών προϊόντων, επιτρέπουν σε χώρες υπό κυρώσεις να συνεχίζουν τις συναλλαγές τους. Δεν πρόκειται για ένα ενιαίο αντίπαλο σύστημα, αλλά για ενδείξεις ότι υπάρχουν εναλλακτικές οδοί πέρα από τους δυτικούς θεσμούς.
Όλες αυτές οι εξελίξεις δείχνουν ότι δεν βρισκόμαστε απλώς μπροστά σε μια προσωρινή προσαρμογή, αλλά σε μια βαθύτερη αναδιάταξη του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η παγκοσμιοποίηση δεν καταρρέει, αλλά κατακερματίζεται σε ανταγωνιστικά μπλοκ, με παράλληλες αλυσίδες εφοδιασμού και πρότυπα. Δεν πρόκειται πλέον για αντιπαράθεση καπιταλισμού και σοσιαλισμού, αλλά για σύγκρουση διαφορετικών εκδοχών του καπιταλισμού, όπου η ισχύς και όχι η αποδοτικότητα καθοδηγεί ολοένα και περισσότερο τις αγορές.
Καθώς το σύστημα διεθνούς ηγεμονίας που οικοδομήθηκε μετά το 1945 πλησιάζει τα όρια ζωής που περιγράφουν οι θεωρίες διεθνών κύκλων ισχύος, το ερώτημα δεν είναι αν αλλάζει η παγκόσμια τάξη, αλλά προς ποια κατεύθυνση. Αν οι οικονομικές κυρώσεις χάνουν την αποτρεπτική τους δύναμη, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια κράτη θα εγκαταλείψουν πρώτα τα εργαλεία ειρηνικής οικονομικής πίεσης και θα στραφούν ανοιχτά στη λογική της ωμής ισχύος. Και, ίσως πιο ανησυχητικά, ποια το έχουν ήδη κάνει.