Παρά τις επίσημες διακηρύξεις της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ για απτόητη συνέχιση των επιχειρήσεων, τα πραγματικά δεδομένα από το μέτωπο μαρτυρούν μια δραματική κάμψη της έντασης του πολέμου.
Ενώ ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο τερματισμού των εχθροπραξιών ακόμη και εντός της εβδομάδας, στρατιωτικές πηγές επιμένουν στη ρητορική της πυγμής. Ωστόσο, η στατιστική απεικόνιση των πληγμάτων αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η ορμή των πρώτων ημερών, όταν ΗΠΑ και Ισραήλ έπλητταν περίπου 1.000 στόχους ημερησίως, έχει δώσει τη θέση της σε μια σαφώς πιο υποτονική δραστηριότητα. Συγκεκριμένα:
Κάμψη της αεροπορικής ισχύος: Από τα μέσα Μαρτίου, ο ρυθμός των επιθέσεων έχει υποχωρήσει κατά 80%. Οι ισραηλινές επιδρομές έχουν μειωθεί σε περίπου 200 (ή και λιγότερες) ημερησίως, ενώ και οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί παρουσιάζουν ανάλογη φθίνουσα πορεία.
Εξάντληση στόχων: Πηγές των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων (IDF) παραδέχονται ότι το 90% των προκαθορισμένων στόχων εντός του Ιράν έχει ήδη πληγεί. Χωρίς την απόφαση για μια μαζική χερσαία εισβολή —για την οποία οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν αυτή τη στιγμή την απαιτούμενη δύναμη πυρός στην περιοχή— η αεροπορική εκστρατεία αγγίζει πλέον τα όριά της.
Ανθρώπινοι και τεχνικοί παράγοντες: Η συνεχή χρήση μαχητικών αεροσκαφών προκαλεί σοβαρές φθορές στο υλικό, ενώ η κόπωση των πιλότων καθιστά αδύνατη τη διατήρηση των αρχικών εξοντωτικών ρυθμών.
Στρατηγικοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο Τραμπ έχει πολλούς λόγους να επιδιώκει τον τερματισμό του πολέμου, με κυριότερο τον παγκόσμιο οικονομικό εφιάλτη που προκαλεί το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Αν και οι μάχες γύρω από το νησί Χαργκ και οι ανταλλαγές πυραύλων μπορεί να συνεχιστούν για λίγο, ο «μεγάλος πόλεμος» των μαζικών βομβαρδισμών φαίνεται να πνέει τα λοίσθια, είτε αυτό ανακοινωθεί επίσημα είτε όχι.