Για δεκαετίες, η Volkswagen αποτέλεσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της γερμανικής βιομηχανικής ισχύος. Η πορεία της συνδέθηκε με το μοντέλο ανάπτυξης που βασίστηκε στις εξαγωγές, στη βαριά βιομηχανία, στο σχετικά χαμηλό ενεργειακό κόστος και στη διεθνή αίγλη του «Made in Germany».
Σήμερα, όμως, αυτό το μοντέλο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πρωτοφανή δοκιμασία. Η διοίκηση της Volkswagen έδωσε το πράσινο φως στο λεγόμενο «Future Plan», ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης που προβλέπει βαθιές αλλαγές στη λειτουργία και την παραγωγική δομή του ομίλου.
Στο πλαίσιο του σχεδίου εξετάζεται η μείωση έως και 50.000 επιπλέον θέσεων εργασίας παγκοσμίως, πέρα από τις περίπου 50.000 θέσεις στη Γερμανία που έχουν ήδη συμφωνηθεί να περιοριστούν έως το 2030. Αν εφαρμοστεί το ανώτατο σενάριο, οι συνολικές θέσεις που θα επηρεαστούν μπορεί να φτάσουν τις 100.000.
Η εταιρεία διευκρινίζει ότι ο αριθμός των 50.000 δεν αποτελεί οριστικό στόχο απολύσεων, αλλά αποτυπώνει το μέγεθος της προσαρμογής που απαιτείται για να μειωθεί το κόστος και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα απέναντι στους νέους παίκτες της αγοράς.
Μικρότερος και πιο ευέλικτος όμιλος
Η Volkswagen αναγνωρίζει πλέον ότι η δομή που δημιούργησε τις προηγούμενες δεκαετίες έχει γίνει υπερβολικά μεγάλη και σύνθετη για τα σημερινά δεδομένα. Ο όμιλος απασχολεί περισσότερους από 600.000 εργαζομένους παγκοσμίως, εκ των οποίων πάνω από 275.000 στη Γερμανία.
Η διοίκηση θεωρεί ότι οι πολλαπλές διοικητικές βαθμίδες, οι παράλληλες λειτουργίες και η μεγάλη παραγωγική δυναμικότητα αυξάνουν σημαντικά το κόστος. Στις υποστηρικτικές δραστηριότητες, μάλιστα, το κόστος φέρεται να είναι περίπου 30% υψηλότερο σε σύγκριση με αντίστοιχους ανταγωνιστές.
Για τον λόγο αυτό, η εταιρεία προχωρά σε δραστικό περιορισμό της γκάμας της. Από περίπου 150 μοντέλα που διαθέτει σήμερα ο όμιλος, ο στόχος είναι να απομείνουν περίπου 75. Παράλληλα, θα περιοριστούν σημαντικά και οι διαφορετικές εκδόσεις και παραλλαγές των αυτοκινήτων.
Η λογική είναι απλή: λιγότερα μοντέλα, μεγαλύτερες πωλήσεις ανά μοντέλο, λιγότερα εξαρτήματα, χαμηλότερο κόστος ανάπτυξης και απλούστερη παραγωγή.
Η Κίνα από μεγάλη αγορά έγινε μεγάλος αντίπαλος
Πίσω από την ανάγκη για τόσο βαθιές αλλαγές βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό η ανατροπή των ισορροπιών στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία.
Η Κίνα αποτέλεσε για χρόνια έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες ανάπτυξης των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών. Η Volkswagen είχε ισχυρή παρουσία στην κινεζική αγορά, με τις πωλήσεις και τα κέρδη από την Ασία να ενισχύουν σημαντικά τον όμιλο.
Η κατάσταση, όμως, έχει αλλάξει. Οι κινεζικές εταιρείες έχουν εξελιχθεί σε ισχυρούς ανταγωνιστές, ειδικά στην ηλεκτροκίνηση, όπου έχουν αποκτήσει σημαντικό προβάδισμα σε μπαταρίες, λογισμικό, κόστος και ταχύτητα ανάπτυξης νέων μοντέλων.
Παράλληλα, οι κινεζικές μάρκες έχουν πλέον ισχυρή παρουσία και στην ευρωπαϊκή αγορά, ασκώντας πρόσθετη πίεση στους παραδοσιακούς κατασκευαστές.
Η Volkswagen επιχειρεί να απαντήσει με νέα στρατηγική για την κινεζική αγορά, μεγαλύτερη αξιοποίηση κοινών τεχνολογικών πλατφορμών και αλλαγές στον τομέα του λογισμικού. Η ανάγκη για τόσο γρήγορη προσαρμογή, ωστόσο, καταδεικνύει πόσο έχει αλλάξει το παγκόσμιο τοπίο.
Τέλος στην παραγωγή αυτοκινήτων σε τέσσερις γερμανικές μονάδες
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το σχέδιο για το παραγωγικό αποτύπωμα της Volkswagen στη Γερμανία.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η παραγωγή αυτοκινήτων αναμένεται να τερματιστεί σταδιακά σε τέσσερις μονάδες. Το εργοστάσιο στο Έμντεν και εκείνο στο Τσβίκαου προβλέπεται να σταματήσουν την παραγωγή το 2031, το Ανόβερο το 2032, ενώ η μονάδα της Audi στο Νέκαρζουλμ το 2034.
Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι οι εγκαταστάσεις θα εγκαταλειφθούν. Η Volkswagen εξετάζει εναλλακτικές χρήσεις για ορισμένα εργοστάσια, ωστόσο η διακοπή της παραγωγής αυτοκινήτων αποτελεί από μόνη της μια ιστορική αλλαγή για τον γερμανικό όμιλο.
Ιδιαίτερο συμβολισμό έχει η περίπτωση του Τσβίκαου, όπου είχαν πραγματοποιηθεί μεγάλες επενδύσεις για τη μετατροπή της μονάδας σε εργοστάσιο αποκλειστικά ηλεκτρικών οχημάτων. Το γεγονός ότι πλέον βρίσκεται μεταξύ των εργοστασίων που προορίζονται να σταματήσουν την παραγωγή δείχνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία στη μετάβαση στη νέα εποχή.
Στροφή ακόμη και προς την αμυντική βιομηχανία
Ενδεικτική των αλλαγών που συντελούνται στη γερμανική οικονομία είναι και η πιθανότητα να αποκτήσουν ορισμένες εγκαταστάσεις της Volkswagen διαφορετικό βιομηχανικό αντικείμενο.
Στο εργοστάσιο του Όσναμπρικ έχουν ήδη ξεκινήσει συζητήσεις με επιχειρήσεις της αμυντικής βιομηχανίας για πιθανές νέες δραστηριότητες. Δεν πρόκειται για οριστική απόφαση μετατροπής της μονάδας σε παραγωγική βάση αμυντικού υλικού, ωστόσο η εξέλιξη αποτυπώνει τη γενικότερη μετατόπιση των προτεραιοτήτων της γερμανικής βιομηχανίας.
Μια χώρα που για δεκαετίες στήριξε μεγάλο μέρος της οικονομικής της ισχύος στα αυτοκίνητα και στα βιομηχανικά προϊόντα εξετάζει πλέον νέους τομείς ανάπτυξης, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και η άμυνα.
Η δύσκολη εξίσωση της ηλεκτροκίνησης
Την ίδια στιγμή, η Volkswagen καλείται να διαχειριστεί το τεράστιο κόστος της τεχνολογικής μετάβασης. Ο όμιλος πρέπει να συνεχίσει να επενδύει στους κινητήρες εσωτερικής καύσης, ενώ παράλληλα διαθέτει σημαντικά κεφάλαια για ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, λογισμικό και τεχνολογίες αυτόνομης οδήγησης.
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια αγορά όπου οι τιμές πιέζονται, ο ανταγωνισμός εντείνεται και το διεθνές εμπόριο γίνεται ολοένα πιο περίπλοκο εξαιτίας των δασμών και των γεωπολιτικών εντάσεων.
Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι η υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα. Πριν από την πανδημία, η Volkswagen είχε σχεδιάσει τη δυνατότητα παραγωγής περίπου 12 εκατομμυρίων οχημάτων ετησίως. Σήμερα, ο όμιλος θεωρεί ότι η παραγωγή πρέπει να προσαρμοστεί σε επίπεδα περίπου 9 εκατομμυρίων αυτοκινήτων.
Η διαφορά αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι περικοπές δεν περιορίζονται πλέον στις διοικητικές δομές αλλά επεκτείνονται και στο παραγωγικό δίκτυο.
Η συμφωνία με τους εργαζομένους
Η αναδιάρθρωση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της συμφωνίας με τα γερμανικά συνδικάτα. Η Volkswagen βρέθηκε για μεγάλο διάστημα σε αντιπαράθεση με την IG Metall, η οποία είχε προειδοποιήσει για δυναμικές κινητοποιήσεις σε περίπτωση μαζικών περικοπών και περιορισμού της παραγωγής.
Τελικά, διοίκηση και εργαζόμενοι κατέληξαν σε συμφωνία, ανοίγοντας τον δρόμο για την εφαρμογή του σχεδίου.
Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη Volkswagen, καθώς οι εργαζόμενοι έχουν ισχυρή εκπροσώπηση στη διοίκηση και στο εποπτικό συμβούλιο, ενώ σημαντικό ρόλο διατηρεί και το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας.
Η συναίνεση γύρω από ένα τόσο εκτεταμένο πρόγραμμα δείχνει το μέγεθος της πίεσης που αντιμετωπίζει ο όμιλος.
Η κρίση της Volkswagen είναι και κρίση του γερμανικού μοντέλου
Παρά τις μεγάλες αλλαγές, η Volkswagen δεν βρίσκεται σε κατάσταση κατάρρευσης. Παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές αυτοκινήτων στον κόσμο και εξακολουθεί να εμφανίζει κερδοφορία και σημαντικές ταμειακές ροές.
Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: η σημερινή κερδοφορία δεν θεωρείται επαρκής για να χρηματοδοτήσει με τους ίδιους όρους τις τεράστιες επενδύσεις που απαιτεί η επόμενη ημέρα της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Γι' αυτό και η αναδιάρθρωση της Volkswagen ξεπερνά τα όρια μιας εταιρικής αλλαγής. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του γερμανικού οικονομικού μοντέλου.
Το μοντέλο που στηρίχθηκε σε φθηνή ενέργεια, ισχυρή βιομηχανική τεχνογνωσία, εξαγωγές και πρόσβαση στην τεράστια κινεζική αγορά δέχεται πλέον πιέσεις από πολλές πλευρές. Η Κίνα εξελίχθηκε από βασικός πελάτης σε ανταγωνιστή, η ενέργεια είναι ακριβότερη, οι εμπορικοί φραγμοί αυξάνονται και η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις.
Η Volkswagen καλείται έτσι να γίνει μικρότερη, πιο ευέλικτη και πιο ανταγωνιστική, προκειμένου να παραμείνει πρωταγωνιστής στη νέα εποχή.
Οι πιθανές 100.000 θέσεις εργασίας που επηρεάζονται αποτελούν την πιο ορατή πλευρά μιας πολύ μεγαλύτερης αλλαγής. Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται ένας όμιλος που περιορίζει μοντέλα και εργοστάσια, μειώνει την παραγωγική του δυναμικότητα και αναζητά νέες τεχνολογίες και αγορές.
Για τη Volkswagen, η πρόκληση δεν είναι πλέον να μεγαλώνει διαρκώς, όπως συνέβαινε επί δεκαετίες. Είναι να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο όπου η παλιά βεβαιότητα της γερμανικής βιομηχανικής υπεροχής δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.