Σύμφωνα με ανάλυση του Politico, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης βρίσκονται αντιμέτωπα με μια ιστορική κατάρρευση, καθώς οι παραδοσιακοί τους ψηφοφόροι τα εγκαταλείπουν μαζικά. Η κρίση ταυτότητας που μαστίζει την Κεντροαριστερά οφείλεται στην αδυναμία της να προσαρμοστεί στις σύγχρονες προκλήσεις, όπως η ακρίβεια, η αυτοματοποίηση και η μεταβολή της εργατικής τάξης.
Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται από πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα:
Δανία: Οι Σοσιαλδημοκράτες κατέγραψαν το χειρότερο ποσοστό τους από το 1903, με τους ψηφοφόρους να στρέφονται στην Ακροδεξιά ή την Πράσινη Αριστερά, απογοητευμένοι από την κυβερνητική διολίσθηση προς συντηρητικές πολιτικές.
Γερμανία: Το SPD υπέστη συντριπτικές ήττες σε ιστορικά του προπύργια (Ρηνανία-Παλατινάτο, Βάδη-Βυρτεμβέργη), καθώς η στρατηγική του Όλαφ Σολτς θεωρήθηκε εγκλωβισμένη σε έναν αναποτελεσματικό κεντρισμό.
Γαλλία & Πορτογαλία: Τα άλλοτε πανίσχυρα Σοσιαλιστικά κόμματα έχουν συρρικνωθεί δραματικά, με το πορτογαλικό PS να χάνει την πρωτοκαθεδρία από την ακροδεξιά ομάδα Chega.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η στροφή προς το «κέντρο» στην προσπάθεια των κομμάτων να γίνουν αρεστά σε όλους, τα κατέστησε πολιτικά δυσδιάκριτα από τη Δεξιά. Εξαίρεση αποτελεί ο Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία, ο οποίος διατηρεί τη δημοφιλία του υιοθετώντας σαφή προοδευτική ατζέντα και τολμηρές μεταρρυθμίσεις, αν και η στρατηγική του κινδυνεύει να αφήσει το κόμμα του χωρίς κυβερνητικούς συμμάχους στο μέλλον.
Παρά την περιστασιακή συσπείρωση που προκαλούν εξωτερικές απειλές (όπως η ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ), η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά αναζητά επειγόντως ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο». Ήδη στη Γερμανία, η ηγεσία του SPD επιχειρεί να ανακτήσει το χαμένο έδαφος προτείνοντας φορολογικές ελαφρύνσεις για το 95% των πολιτών και αυστηρότερη φορολόγηση του πλούτου, σε μια προσπάθεια να επιστρέψει στα «θέματα της καθημερινότητας».