Στη θεωρία των διαπραγματεύσεων, κομβικό ρόλο παίζει η λεγόμενη ZOPA – η «Ζώνη Πιθανής Συμφωνίας», δηλαδή το εύρος στο οποίο τα συμφέροντα των δύο πλευρών μπορούν να συναντηθούν.
Όταν αυτή η ζώνη δεν υπάρχει, καμία διαπραγμάτευση, όσο μακρά ή επαναλαμβανόμενη κι αν είναι, δεν μπορεί να καταλήξει σε συμφωνία. Η αποτίμηση της τελευταίας φάσης επαφών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα: κοινό έδαφος δεν υφίσταται.
Η Ουάσιγκτον πυροδότησε τον νέο κύκλο έντασης επιδιώκοντας να αποδυναμώσει το ιρανικό καθεστώς και να ενθαρρύνει εσωτερικές αναταραχές, οι οποίες προς το παρόν έχουν κοπάσει. Παράλληλα με τις στρατιωτικές απειλές, οι ΗΠΑ άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, δηλώνει πρόθυμη να συζητήσει αποκλειστικά το πυρηνικό ζήτημα.
Ακόμη όμως κι αν η αμερικανική πλευρά περιόριζε δραστικά την ατζέντα μόνο στο πυρηνικό πρόγραμμα, δύσκολα θα δεχόταν τον εμπλουτισμό ουρανίου σε ιρανικό έδαφος. Αντίστροφα, το Ιράν, αντιμετωπίζοντας με βαθιά καχυποψία την κυβέρνηση Τραμπ, δεν πρόκειται να αποδεχθεί λιγότερες δυνατότητες από εκείνες που είχε στο πλαίσιο της συμφωνίας JCPOA. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι συνομιλίες λειτουργούν περισσότερο ως τακτική καθυστέρησης παρά ως πραγματική προσπάθεια επίλυσης. Οποιαδήποτε ουσιαστική ή έστω αποδεκτή συμφωνία μοιάζει ανέφικτη.
Όταν δεν υπάρχει συμφωνία, καθοριστική γίνεται η έννοια της BATNA – της καλύτερης εναλλακτικής σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων. Για το Ιράν, αυτό σημαίνει τη συνέχιση του σημερινού καθεστώτος αυστηρών κυρώσεων, οι οποίες ενισχύονται μέσω του μηχανισμού snapback. Μακροπρόθεσμα, η προοπτική αυτή είναι δυσοίωνη για την ιρανική οικονομία, που συνεχίζει να φθίνει. Βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, το καθεστώς γνωρίζει πώς να επιβιώνει, έχοντας αποδείξει ότι δεν διστάζει να καταφύγει σε ακραία καταστολή.
Οι ΗΠΑ διατηρούν στο τραπέζι τη στρατιωτική επιλογή και έχουν ενισχύσει σημαντικά την παρουσία τους στην περιοχή. Παρότι έχουν φτάσει κοντά σε ένα χτύπημα, αυτό δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί. Η καθυστέρηση αποδίδεται αφενός σε ζητήματα επιχειρησιακής ετοιμότητας και αφετέρου στην αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα: είτε το πλήγμα δεν θα ήταν επαρκώς αποτελεσματικό, είτε θα οδηγούσε σε έναν παρατεταμένο πόλεμο που η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί. Υπάρχουν και πιο πεζοί λόγοι αναβολής, ακόμη και πολιτικού χαρακτήρα.
Το Ιράν έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι οποιαδήποτε επίθεση θα θεωρηθεί πράξη πολέμου και θα απαντηθεί με πυραυλικά πλήγματα εναντίον αμερικανικών βάσεων στη Μέση Ανατολή και του Ισραήλ. Είναι σαφές πώς θα ξεκινούσε μια τέτοια σύγκρουση· το πώς θα τελείωνε, όμως, παραμένει άγνωστο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, διαγράφονται τέσσερα βασικά σενάρια. Το πρώτο είναι μια νέα πυρηνική συμφωνία με αντάλλαγμα την άρση κυρώσεων και την αποτροπή στρατιωτικής επίθεσης — ενδεχόμενο με ελάχιστες πιθανότητες και αμφίβολη ποιότητα. Το δεύτερο αφορά μια παρατεταμένη κατάσταση αναμονής, με ή χωρίς διαπραγματεύσεις, όπου η πίεση θα συνεχιστεί και ενδεχομένως θα αναζωπυρωθούν εσωτερικές απειλές για τη σταθερότητα του καθεστώτος. Το τρίτο σενάριο προβλέπει ένα περιορισμένο, συμβολικό χτύπημα, πιθανώς ακόμη και συνεννοημένο, που θα επέτρεπε στον Τραμπ να διακηρύξει «νίκη» χωρίς να επιλύσει το πρόβλημα. Το τέταρτο και πιο δραστικό σενάριο είναι μια εκτεταμένη αμερικανική επίθεση με στόχο τη σοβαρή αποσταθεροποίηση ή ακόμη και την κατάρρευση του καθεστώτος — κάτι που θα απαιτούσε κινήσεις πρωτοφανούς κλίμακας.
Στο μεταξύ, το Ιράν διαθέτει περίπου 440 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου σε ποσοστό 60%, χωρίς επαρκή διεθνή έλεγχο, ποσότητα ικανή να οδηγήσει στην κατασκευή έως και δέκα πυρηνικών όπλων. Η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται πλέον πιο καθαρά από ποτέ ότι τα πυρηνικά αποτελούν τη μοναδική εγγύηση επιβίωσης του καθεστώτος. Το μόνο που απομένει είναι η ελπίδα ότι η ισραηλινή παρακολούθηση θα αποδειχθεί επαρκής, καθώς από τη στιγμή που το Ιράν θα καταστεί πυρηνική δύναμη, οι στρατηγικοί συσχετισμοί θα αλλάξουν ριζικά.