Καθώς οι αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις στο Ιράν μπαίνουν στη 12η ημέρα και εξαπλώνονται σε περισσότερες από 200 πόλεις σε 26 επαρχίες, πληροφορίες αναφέρουν ότι η Τεχεράνη στρέφεται σε συμμαχικές ξένες πολιτοφυλακές για να ενισχύσει την καταστολή.
Σύμφωνα με δύο ανεξάρτητες πηγές, περίπου 850 μαχητές από τη Χεζμπολάχ, ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές και ομάδες που συνδέονται με τη Δύναμη Κουντς πέρασαν μυστικά στο ιρανικό έδαφος, προκειμένου να υποστηρίξουν τις δυνάμεις ασφαλείας του καθεστώτος. Η κίνηση αυτή εκλαμβάνεται ως σαφής κλιμάκωση της αντίδρασης της Ισλαμικής Δημοκρατίας και ως ένδειξη της πρόθεσής της να βασιστεί σε έμπειρους, ιδεολογικά πιστούς συμμάχους για την αντιμετώπιση της εσωτερικής αμφισβήτησης.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η πρακτική αυτή εντάσσεται σε μια μακρόχρονη στρατηγική του καθεστώτος να αναθέτει την καταστολή σε παραστρατιωτικές δομές και, στη συνέχεια, να τις ενσωματώνει στον κρατικό μηχανισμό ασφαλείας. Όπως τονίζουν, από τους Μπασίτζ και τους Φρουρούς της Επανάστασης έως τη σημερινή αξιοποίηση ξένων συμμάχων, το κράτος αντιμετωπίζει την εσωτερική κρίση με όρους πολεμικού μετώπου.
Άλλοι ειδικοί εκτιμούν ότι η προσφυγή σε ξένες δυνάμεις μπορεί να αντανακλά ανησυχίες της ηγεσίας για τη συνοχή και την αξιοπιστία των ίδιων των ιρανικών σωμάτων ασφαλείας. Σε περιόδους έντονης κοινωνικής έντασης, το καθεστώς φαίνεται να επιδιώκει μια «δικλείδα ασφαλείας», χρησιμοποιώντας μαχητές που δεν έχουν δεσμούς με τον τοπικό πληθυσμό και είναι πιο πρόθυμοι να εκτελέσουν εντολές καταστολής.
Προηγούμενα δημοσιεύματα ανέφεραν ότι ομάδες ιρακινών πολιτοφυλακών εισήλθαν στο Ιράν στις αρχές Ιανουαρίου, περνώντας τα σύνορα με το πρόσχημα θρησκευτικών προσκυνημάτων, πριν μεταφερθούν σε βάση στο Αχβάζ και στη συνέχεια αναπτυχθούν σε διάφορες περιοχές της χώρας. Εκπρόσωπος του ΟΗΕ στο Ιράκ δήλωσε, ωστόσο, ότι δεν έχει επίσημη ενημέρωση για τέτοιες μετακινήσεις.
Στο μεταξύ, οι διαδηλώσεις συνεχίζονται με ένταση, με βίντεο να δείχνουν πράξεις συμβολικής διαμαρτυρίας, όπως το σκίσιμο της ιρανικής σημαίας, ενώ οι κινητοποιήσεις τροφοδοτούνται από τον υψηλό πληθωρισμό, την υποτίμηση του νομίσματος και τη βαθιά δυσαρέσκεια απέναντι στη θεοκρατική ηγεσία.
Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάνουν λόγο για τουλάχιστον 42 νεκρούς και περισσότερες από 2.270 συλλήψεις από τα τέλη Δεκεμβρίου, όταν ξέσπασαν οι πρώτες διαμαρτυρίες. Αν και οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από την Τεχεράνη, γρήγορα επεκτάθηκαν σε δυτικές και κουρδικές περιοχές, όπως το Κερμανσάχ, το Λορεστάν και το Ιλάμ.
Οι αρχές απαντούν με μαζική ανάπτυξη δυνάμεων ασφαλείας, περιορισμούς στην πρόσβαση στο διαδίκτυο και, σε ορισμένες περιοχές, με απαγορεύσεις κυκλοφορίας, επιχειρώντας να περιορίσουν την εξάπλωση της αναταραχής.
Η κρίση εκτυλίσσεται σε μια περίοδο έντονης οικονομικής επιδείνωσης, με το ριάλ να καταγράφει νέα πτώση έναντι του δολαρίου και την κυβέρνηση να προειδοποιεί τους εμπόρους κατά της αισχροκέρδειας και της αποθεματοποίησης.
Παράλληλα, η διεθνής ανησυχία εντείνεται, καθώς αναλυτές εκτιμούν ότι ο συνδυασμός παρατεταμένων διαδηλώσεων και ενδεχόμενης εμπλοκής ξένων πολιτοφυλακών μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες τόσο για τη σταθερότητα στο εσωτερικό του Ιράν όσο και για την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή.