Σε μια προσπάθεια να αποσπάσει την προσοχή της κοινής γνώμης από τις διαφαινόμενες αμερικανικές υποχωρήσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Τεχεράνη, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να εμπλέξει τις «Συμφωνίες του Αβραάμ» στις συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου.
Σύμφωνα με Αμερικανούς και Άραβες αξιωματούχους, ο Αμερικανός πρόεδρος συνειδητοποιεί ότι η υπό συζήτηση συμφωνία υπονομεύει τους αρχικούς πολεμικούς στόχους που είχε θέσει τον περασμένο Φεβρουάριο, όπως την πλήρη καταστροφή των συμβατικών στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν ή ακόμη και την ανατροπή του καθεστώτος.
Έτσι, καταφεύγει στην προσφιλή του τακτική να παρουσιάσει ένα «μεγαλύτερο deal» για να θολώσει τα νερά. Η προτεινόμενη συμφωνία προβλέπει την παράταση μιας εύθραυστης εκεχειρίας 60 ημερών με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων στις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, αφήνοντας ωστόσο ανέπαφο το 70% του βαλλιστικού οπλοστασίου της Τεχεράνης, ενώ παράλληλα γίνονται παραχωρήσεις και για το εμπλουτισμένο ουράνιο της χώρας, με πιθανή εμπλοκή της Ρωσίας ή της Κίνας.
Η στρατηγική του Τραμπ βασίζεται στην προσδοκία ότι οι μοναρχίες του Κόλπου του «χρωστούν χάρη» και πρέπει τώρα να προχωρήσουν σε εξομάλυνση των σχέσεών τους με το Ισραήλ, ζητώντας επιτακτικά από χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και το Πακιστάν να προσχωρήσουν στις Συμφωνίες του Αβραάμ.
Ωστόσο, πρώην αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος παρερμηνεύει πλήρως τη στάση του Κόλπου.
Οι χώρες αυτές παρασύρθηκαν σε έναν πόλεμο που οδήγησε στον βομβαρδισμό των πόλεων και των ενεργειακών τους υποδομών από χιλιάδες ιρανικούς πυραύλους και drones.
Παρά το γεγονός ότι παρείχαν διευκολύνσεις στις αμερικανικές δυνάμεις, η δυσαρέσκειά τους προς την Ουάσιγκτον είναι έντονη, καθώς ο πόλεμος πυροδότησε βαθιές αμφιβολίες για το αν οι ΗΠΑ μπορούν πλέον να εγγυηθούν την ασφάλειά τους, με τον Τραμπ πάντως να εμφανίζεται προκλητικά αδιάφορος απέναντι σε αυτές τις ανησυχίες.
Την ίδια στιγμή, η ανακίνηση των Συμφωνιών του Αβραάμ λειτουργεί και ως μια προσπάθεια κατευνασμού του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος αντιτίθεται στον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Μια πιθανή επέκταση των συμφωνιών θα μπορούσε να προσφέρει στον Ισραηλινό πρωθυπουργό ένα ισχυρό προεκλογικό επιχείρημα ενόψει των καλπών του φθινοπώρου, σε μια περίοδο διεθνούς απομόνωσης του Ισραήλ.
Επιπλέον, ο Τραμπ επιχειρεί να κάμψει τις αντιδράσεις σκληροπυρηνικών Ρεπουμπλικάνων γερουσιαστών, όπως ο Λίντσεϊ Γκράχαμ και ο Τεντ Κρουζ, οι οποίοι κάνουν λόγο για «καταστροφικό λάθος» που θα ενισχύσει το Ιράν και τους συμμάχους του στον Λίβανο και το Ιράκ.
Τέλος, η πολεμική σύρραξη έχει βαθύνει το χάσμα στο εσωτερικό του αραβικού κόσμου. Από τη μία πλευρά, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν έρθει ακόμη πιο κοντά στο Ισραήλ για λόγους ασφαλείας, αναπτύσσοντας κοινά αμυντικά συστήματα και εξοπλιστικά ταμεία. Από την άλλη, η Σαουδική Αραβία εμφανίζεται πλέον εξαιρετικά καχύποπτη απέναντι στο Τελ Αβίβ και τον δεξιό κυβερνητικό του συνασπισμό που προχωρά στην προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και την κατοχή του Λιβάνου.
Η Ριάντ αρνείται να ευθυγραμμιστεί με την πολιτική των Εμιράτων και στρέφεται πλέον στη σύσφιξη των αμυντικών της δεσμών με περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία, το Πακιστάν και η Αίγυπτος, καθιστώντας σαφές ότι η επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ στην παρούσα φάση αποτελεί μια αμερικανική αυταπάτη.