Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, θεωρείται ένας έμπειρος και ιδιαίτερα δραστήριος πολιτικός, με μακρά θητεία στην ολλανδική πρωθυπουργία. Ωστόσο, σύμφωνα με επικριτικές αναλύσεις, η πολιτική του προσέγγιση αντανακλά μια διαφορετική εποχή και δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις σημερινές γεωπολιτικές ανάγκες της Συμμαχίας.
Από την ανάληψη των καθηκόντων του, βασική του προτεραιότητα υπήρξε η διατήρηση της πλήρους δέσμευσης των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Στο πλαίσιο αυτό, εμφανίζεται διατεθειμένος να περιορίσει τις συζητήσεις περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, επιλέγοντας να διαφυλάξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ουάσιγκτον στο ΝΑΤΟ.
Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτησή του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου υποστήριξε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά χωρίς ισχυρή αμερικανική στήριξη, απορρίπτοντας τις αντίθετες απόψεις ως μη ρεαλιστικές. Η θέση αυτή ερμηνεύτηκε ως απάντηση σε φωνές —όπως εκείνη του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός— που καλούν τις μεσαίες δυνάμεις να ενισχύσουν τη συνεργασία τους απέναντι σε έναν κόσμο αυξανόμενου ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων.
Οι επικριτές της γραμμής Ρούτε εντοπίζουν πολλαπλά προβλήματα. Πρώτον, θεωρούν ότι υποτιμάται η πραγματική δυνατότητα της Ευρώπης να οικοδομήσει αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ. Παρά τη σημερινή εξάρτηση από τις ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν πληθυσμιακό, οικονομικό και αμυντικό βάρος που —αν αξιοποιηθεί αποτελεσματικότερα— θα μπορούσε να στηρίξει μια αυτόνομη αμυντική ικανότητα, ιδίως απέναντι στη Ρωσία, που παραμένει η βασική στρατιωτική απειλή.
Δεύτερον, η στρατηγική κατευνασμού προς την Ουάσιγκτον εκτιμάται ότι δεν αποδίδει. Παρά τις φιλοφρονήσεις και τις προσπάθειες διατήρησης ισχυρών δεσμών, αμερικανικά στρατηγικά κείμενα εμφανίζονται επικριτικά προς την Ευρώπη, ενώ επανέρχονται ακόμη και αμφιλεγόμενες γεωπολιτικές διεκδικήσεις, όπως εκείνη για τη Γροιλανδία.
Τρίτον, η διαρκής ανάδειξη της ευρωπαϊκής αδυναμίας ενδέχεται να ενισχύει κύκλους στις ΗΠΑ που αντιμετωπίζουν απαξιωτικά τους συμμάχους και αμφισβητούν τη χρησιμότητα της Συμμαχίας. Αντίθετα, μια πιο ισχυρή και αυτάρκης Ευρώπη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πιο αξιόπιστος εταίρος και να εξισορροπεί μονομερείς τάσεις της Ουάσιγκτον.
Τέλος, επισημαίνεται ότι ο ρόλος του γενικού γραμματέα δεν είναι απλώς διαχειριστικός απέναντι στις αμερικανικές προτιμήσεις, αλλά απαιτεί ενεργή προσπάθεια ενίσχυσης της συνολικής αποτελεσματικότητας της Συμμαχίας — ιδίως σε μια περίοδο όπου το διεθνές σύστημα μεταβαίνει σε πιο πολυπολικό σχήμα.
Σε αντίθεση με την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου ή της μεταψυχροπολεμικής «μονοπολικής στιγμής», οι ΗΠΑ σήμερα κατανέμουν την προσοχή τους και προς την Ασία, ενώ η άνοδος της Κίνας και οι μεταβαλλόμενες ισορροπίες με τη Ρωσία περιορίζουν την αποκλειστική έμφαση στην Ευρώπη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διατήρηση της παλαιάς ισορροπίας —με αμερικανική κυριαρχία και ευρωπαϊκή εξάρτηση— φαντάζει ολοένα και λιγότερο βιώσιμη. Πιθανότερο σενάριο θεωρείται μια νέα κατανομή ρόλων εντός του ΝΑΤΟ, όπου οι ευρωπαϊκές χώρες θα ενισχύσουν τις δικές τους στρατιωτικές δυνατότητες, με τις ΗΠΑ να λειτουργούν περισσότερο ως δύναμη ύστατης εγγύησης παρά ως άμεσος «πρώτος ανταποκριτής».
Σε μια τέτοια προοπτική, η ευρωπαϊκή αμυντική ενδυνάμωση δεν θα αποδυνάμωνε τη διατλαντική σχέση — αντίθετα, θα μπορούσε να την εξισορροπήσει και να την καταστήσει πιο ανθεκτική στις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.