Όταν τα σοβιετικά τανκς έμπαιναν στην Πράγα τον Αύγουστο του 1968

Όταν τα σοβιετικά τανκς έμπαιναν στην Πράγα τον Αύγουστο του 1968
Ενημερώθηκε: 21/08/17 - 13:49

Ήταν 20 Αυγούστου του 1968 όταν τα σοβιετικά τανκ του Συμφώνου της Βαρσοβίας έμπαιναν στην Πράγα με στόχο να καταπνιγεί η λεγόμενη «Άνοιξη της Πράγας», το φιλόδοξο πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού του κομουνιστικού καθεστώτος της χώρας, που έφερε την υπογραφή του γενικού γραμματέα του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας, Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ.

Ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ ευαγγελιζόταν ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που απομάκρυνε την Τσεχοσλοβακία από τον «σταλινικό σοσιαλισμό» και παρουσίαζε ένα «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο».

Ο Ντούμπτσεκ κατάφερε να ανέλθει στην ηγεσία του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας στις 5 Ιανουαρίου 1968, διαδεχόμενος τον Αντονίν Νόβοτνι. Στις 5 Απριλίου παρουσίασε ένα πρόγραμμα δράσης με πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, που τις συνόψισε με τη φράση «Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» και οι οποίες εγκρίθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος, καθώς η σύσταση του είχε αλλοτριωθεί από φιλοδυτικές επιρροές.

Η απήχησή τους στην κοινή γνώμη της χώρας ήταν χωρίς προηγούμενο και ασφαλώς απρόβλεπτη, δείχνοντας την «συνταγή». Αντίθετα, η Σοβιετική Ένωση υπό την ηγεσία του Λεονίντ Μπρέζνιεφ και οι «δορυφόροι» της στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας θεώρησαν το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα Ντούμπτσεκ «αντεπαναστατικό» κι έψαχναν τρόπους να το ακυρώσουν.

( Ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ)

Στις 15 Ιουλίου τα μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας απέστειλαν στον Ντούμπτσεκ επιστολή, στην οποία του επισήμαναν ότι η χώρα του βρισκόταν στα πρόθυρα της αντεπανάστασης και θεωρούσαν καθήκον τους να την προστατεύσουν («Δόγμα Μπρέζνιεφ»).

Η φιλοδυτική επιρροή είχε αρχίσει να προετοιμάζει ισχυρή αντίδραση απέναντι στην ΕΣΣΔ καθώς πλήθος πρακτόρων, και σαμποτέρ μαζί με οπλισμό φέρεται να πέρασαν τα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας με στόχο να υποστηρίξουν μια πιθανή σοβιετική καταστολή. Μεγάλος μέρος από τους πράκτορες φέρεται να πέρασαν μέσα από τα σύνορα της τότε Δυτικής Γερμανίας, ενώ σε διάφορα κυβερνητικά κτίρια της χώρας είχε βρεθεί οπλισμός που προερχόταν από ΗΠΑ και Δυτική Γερμανία.

Η χώρα μύριζε μπαρούτι, καθώς η ένταση ανέβαινε και εκατέρωθεν περίμεναν την επόμενη κίνηση του αντιπάλου.

Το βράδυ, όμως, της 20ης Αυγούστου 1968, στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας, από τη Σοβιετική Ένωση, την Ανατολική Γερμανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία (γύρω στις 500.000), εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία και την κατέλαβαν. Οι Τσεχοσλοβάκοι αιφνιδιάστηκαν και παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση. Μόνο όταν οι εισβολείς επιχείρησαν να καταλάβουν το σταθμό ραδιοτηλεόρασης στην Πράγα συνάντησαν ζωηρή αντίσταση, που τελικά έκαμψαν, αφήνοντας πίσω τους 30 νεκρούς και 300 τραυματίες. Ο πληθυσμός συνέχισε να αντιδρά στην εισβολή με παθητική αντίσταση και αυτοσχέδιες ενέργειες, όπως την αφαίρεση των οδικών πινακίδων, ώστε οι εισβολείς να χάνουν το δρόμο τους.

Οι σοβιετικές αρχές συνέλαβαν τον Ντούμπτσεκ και αρκετούς άλλους ηγέτες και τους μετέφεραν στη Μόσχα. Απέτυχαν, όμως, να βρουν άλλη ηγεσία για το κόμμα και το κράτος που να είναι αποδεκτή από τον λαό. Στις 22 Αυγούστου έγινε το προγραμματισμένο 14ο Συνέδριο του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας, το οποίο επανέλαβε την υποστήριξή του προς τον Ντούμπτσεκ και το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα.

Στις 23 Αυγούστου μετέβη στη Μόσχα ο πρόεδρος της χώρας, Λούντβικ Σβόμποντα, για να διαπραγματευθεί μία λύση. Οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν στις 26 Αυγούστου και ο Σβόμποντα επέστρεψε στην Πράγα έχοντας μαζί του τον Ντούμπτσεκ και τους άλλους κομμουνιστές ηγέτες.

Το 14ο Συνέδριο του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας όπου είχαν ψηφιστεί οι μεταρρυθμίσεις του Ντούμπτσεκ κηρύχθηκε άκυρο, και στη συνέχεια οι μεταρρυθμιστές της φιλοδυτικής πτέρυγας έχασαν στην εσωτερική μαχή του κόμματος.

Στις 17 Απριλίου 1969 ο Ντούμπτσεκ απηλλάγη από τα καθήκοντά του και νέος ηγέτης του κόμματος ανέλαβε ο Γκούσταβ Χούζακ. Το κομμουνιστικό καθεστώς άντεξε ακόμη είκοσι χρόνια στην Τσεχοσλοβακία, οπότε κατέρρευσε με τη λεγόμενη «Βελούδινη Επάνασταση» του 1989.

Η Σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία καταδικάστηκε από τη Δύση, αλλά μόνο σε λεκτικό επίπεδο. Οι ΗΠΑ ήταν απασχολημένες με τον πόλεμο στο Βιετνάμ και θεώρησαν την εισβολή ως εσωτερική υπόθεση του αντίπαλου στρατοπέδου. Οι ηγέτες της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας, Νικολάε Τσαουσέσκου και Τίτο, που βρίσκονταν σε διάσταση με τη Μόσχα, τάχθηκαν στο πλευρό του Ντούμπτσεκ, ενώ ο αλβανός ηγέτης Εμβέρ Χότζα, για διαφορετικούς λόγους, κατήγγειλε τη σοβιετική εισβολή και απέσυρε τη χώρα από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, σπρώχνοντάς την στην αγκαλιά της Κίνας.