Η Ουκρανία αποδεικνύει ότι διαθέτει πολύ περισσότερα διαπραγματευτικά χαρτιά από όσα της αναγνώριζαν πολλοί αναλυτές, καθώς καταφέρνει να αναχαιτίζει τις ρωσικές προελάσεις στο μέτωπο, πλήττοντας ταυτόχρονα καίριες υποδομές εντός της Ρωσίας.
Παρά την εμφανή πίεση που δέχεται ο Βλαντιμίρ Πούτιν για τον τερματισμό της σύγκρουσης, η Μόσχα εξακολουθεί να εμμένει σε όρους ειρήνης που ξεπερνούν κατά πολύ την πραγματική στρατιωτική της ισχύ.
Αυτή ακριβώς η αναντιστοιχία οδήγησε σε ναυάγιο τις προηγούμενες ειρηνευτικές συνομιλίες υπό την αιγίδα των ΗΠΑ —οι οποίες έχουν παγώσει προσωρινά λόγω της κρίσης με το Ιράν— και η αποτυχία θα επαναληφθεί, εκτός εάν η Ουάσιγκτον πείσει το Κρεμλίνο να ευθυγραμμίσει τις απαιτήσεις του με την πραγματικότητα.
Η κατάσταση στο πεδίο προσφέρει βάσιμους λόγους αισιοδοξίας για το Κίεβο, καθώς ο ουκρανικός πληθυσμός επέδειξε τεράστια ανθεκτικότητα απέναντι στον πιο δύσκολο χειμώνα που έχει αντιμετωπίσει.
Αν και η πλήρης ανακατάληψη των εδαφών φαντάζει απίθανη, οι ρωσικές επιτυχίες γίνονται όλο και πιο αργές και κοστοβόρες, ενώ η ουκρανική υπεροχή στην τεχνολογική και τακτική καινοτομία καθιστά μια μακροπρόθεσμη ρωσική νίκη ανέφικτη.
Ακόμη και αν οι ρωσικές επιθέσεις σημειώσουν περιορισμένα εδάφη, αυτά εξουδετερώνονται γρήγορα από την ικανότητα της Ουκρανίας να κάνει τις χερσαίες επιχειρήσεις των Ρώσων μοιραίες, χρησιμοποιώντας drones μεγάλης εμβέλειας που πλήττουν στόχους έως και 50 χιλιόμετρα πίσω από τις γραμμές του μετώπου.
Παράλληλα, ο ουκρανικός στρατός έχει σταθεροποιήσει τις απώλειές του σε έμψυχο δυναμικό, την ώρα που η ποιότητα των ρωσικών δυνάμεων φθίνει και οι επιθέσεις σε αποθήκες εφοδιασμού και συστήματα αεράμυνας καθιστούν τις ρωσικές μετακινήσεις εξαιρετικά ρισκαδόρικες.
Η πίεση μεταφέρεται πλέον και στο εσωτερικό της Ρωσίας. Οι συνεχείς ουκρανικοί βομβαρδισμοί σε πετρελαϊκές υποδομές και αμυντικές βιομηχανίες δυσχεραίνουν τη χρηματοδότηση της πολεμικής μηχανής του Πούτιν, ενώ η υποβάθμιση της παραδοσιακής στρατιωτικής παρέλασης της 9ης Μαΐου στην Κόκκινη Πλατεία ερμηνεύτηκε ως μια σιωπηρή παραδοχή αδυναμίας.
Την ίδια στιγμή, η ρωσική οικονομία επιβραδύνεται περισσότερο από το αναμενόμενο και η δημόσια κόπωση για έναν πόλεμο που διαρκεί πλέον περισσότερο από τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο» εντείνεται, με τους περιορισμούς στο διαδίκτυο να πυροδοτούν τη δυσαρέσκεια πολιτών και ελίτ. Αν και δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος ανατροπής του, ο Πούτιν αισθάνεται την ανάγκη να κλείσει το μέτωπο, αλλά επιμένει να το κάνει με τους δικούς του όρους, ζητώντας την παράδοση των ουκρανικών περιοχών του Ντονέτσκ, κάτι που για το Κίεβο αποτελεί κόκκινη γραμμή.
Στο διπλωματικό προσκήνιο, οι προηγούμενες αμερικανικές προσπάθειες απέτυχαν επειδή ο Λευκός Οίκος πίεζε την Ουκρανία για εδαφικές παραχωρήσεις. Ενώ το Κίεβο θα μπορούσε να αποδεχθεί de facto τον έλεγχο των ήδη κατεχόμενων εδαφών, αρνείται να παραδώσει περιοχές που η Ρωσία δεν μπορεί να καταλάβει στρατιωτικά, όπως η οχυρωμένη ζώνη του Ντονέτσκ.
Ακόμη και η αμερικανική συμβιβαστική πρόταση για μετατροπή της περιοχής σε αποστρατικοποιημένη ελεύθερη οικονομική ζώνη κατέρρευσε όταν η Μόσχα απαίτησε τον διοικητικό και αστυνομικό έλεγχο, καθιστώντας σαφές ότι οι βλέψεις της επεκτείνονται και στην περαιτέρω υπονόμευση της ουκρανικής κυριαρχίας.
Αντί, λοιπόν, να πιέζει για νέες ουκρανικές υποχωρήσεις, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα πρέπει να εκμεταλλευτεί τις ρωσικές αδυναμίες και να διαλύσει τις εξωραϊσμένες αναφορές που παρουσιάζουν οι Ρώσοι στρατηγοί στον Πούτιν. Η Ουάσιγκτον οφείλει να καταστήσει σαφές στη Μόσχα ότι δεν έχει διέξοδο νίκης, συνοδεύοντας το μήνυμα αυτό με συνεχή παροχή ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενων όπλων και αμερικανικών πληροφοριών στο Κίεβο.
Ταυτόχρονα, μόλις ξεπεραστεί η τρέχουσα πετρελαϊκή κρίση στα Στενά του Ορμούζ, οι ΗΠΑ πρέπει να προχωρήσουν σε αυστηρή εφαρμογή των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο. Η κάμψη των αντοχών του Πούτιν απαιτεί χρόνο και μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη, όμως η εναλλακτική λύση έχει ήδη δοκιμαστεί και έχει αποτύχει· για να επιτευχθεί βιώσιμη ειρήνη, ο Ρώσος πρόεδρος πρέπει να κατανοήσει τα όρια των δυνατοτήτων του.