Με τη Συνθήκη New START να εκπνέει το 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα επικίνδυνο χρονικό όριο: το τέλος της τελευταίας εναπομείνασας συμφωνίας ελέγχου πυρηνικών όπλων. Οι επιλογές για ανανέωση λιγοστεύουν, καθώς τόσο η απροθυμία του Βλαντίμιρ Πούτιν να περιορίσει τη ρητορική και τις κινήσεις πυρηνικής ισχύος όσο και η επιμονή της κυβέρνησης Τραμπ να ενταχθεί η Κίνα σε μελλοντικές συμφωνίες έχουν οδηγήσει σε πλήρες μπλοκάρισμα.
Το Πεκίνο έχει απορρίψει κατηγορηματικά την προοπτική τριμερών συνομιλιών με Ουάσιγκτον και Μόσχα, υποστηρίζοντας ότι το κινεζικό πυρηνικό οπλοστάσιο παραμένει κατά πολύ μικρότερο από εκείνο των δύο υπερδυνάμεων. Από κινεζικής σκοπιάς, είναι ζήτημα δικαιοσύνης οι ΗΠΑ και η Ρωσία —που κατέχουν σχεδόν το 87% των παγκόσμιων πυρηνικών κεφαλών— να προχωρήσουν πρώτα σε ουσιαστικές περικοπές. Το αποτέλεσμα είναι ένα γενικευμένο αδιέξοδο στη διεθνή πυρηνική τάξη, την ώρα που η κούρσα εξοπλισμών επανέρχεται δυναμικά.
Ωστόσο, το τέλμα αυτό δεν είναι αναγκαστικά αξεπέραστο. Η εμμονή στη συμμετοχή ή μη της Κίνας στις αμερικανορωσικές διαπραγματεύσεις έχει επισκιάσει άλλες, πιο ρεαλιστικές διαδρομές για την επανεκκίνηση του στρατηγικού διαλόγου. Σε αυτό το πλαίσιο, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναδεικνύονται σε πιθανούς καταλύτες.
Καθώς η Κίνα δύσκολα θα δεχθεί να συμμετάσχει σε μια συμφωνία τύπου New START, μια εναλλακτική προσέγγιση θα μπορούσε να είναι η έναρξη διερευνητικών συνομιλιών μεταξύ Πεκίνου και των δύο ευρωπαϊκών πυρηνικών δυνάμεων. Παρίσι και Λονδίνο διαθέτουν συγκρίσιμα —και σαφώς μικρότερα— πυρηνικά οπλοστάσια και δηλώνουν προσήλωση στη στρατηγική της «ελάχιστης αποτροπής», γεγονός που μειώνει τις ασυμμετρίες και καθιστά τον διάλογο πολιτικά ευκολότερο για την Κίνα.
Πέρα από το ζήτημα της ισορροπίας ισχύος, ο ρόλος της Ευρώπης αποκτά νέα βαρύτητα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και της αμφισβήτησης της αμερικανικής αξιοπιστίας έναντι του ΝΑΤΟ. Με αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες να αμφιβάλλουν για τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν αρχίσει να αναλαμβάνουν αυξημένες ευθύνες. Η συντονισμένη πυρηνική συνεργασία Παρισιού–Λονδίνου και οι συζητήσεις περί διεύρυνσης της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπογραμμίζουν τον αναβαθμισμένο τους ρόλο.
Αυτές οι εξελίξεις δημιουργούν και πρόσθετα κίνητρα για το Πεκίνο. Στο πλαίσιο της κινεζικής διπλωματικής προσπάθειας να προσεγγίσει αμερικανούς συμμάχους και να περιορίσει την οικοδόμηση αντι-κινεζικών συνασπισμών, η εμπλοκή με τη Βρετανία και τη Γαλλία προσφέρεται ως μια σχετικά ανώδυνη επιλογή. Οι σχέσεις Κίνας–Ευρώπης δεν χαρακτηρίζονται από το ίδιο επίπεδο αντιπαλότητας που διακρίνει τις σχέσεις Πεκίνου–Ουάσιγκτον, γεγονός που επιτρέπει πιο ειλικρινείς ανταλλαγές απόψεων.
Παρά το γεγονός ότι Λονδίνο και Παρίσι παραμένουν στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, δεν βρίσκονται σε άμεση στρατηγική σύγκρουση με την Κίνα. Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να λειτουργήσουν ως ενδιάμεσοι: να συνομιλήσουν απευθείας με το Πεκίνο για πυρηνικά δόγματα και κινδύνους και, ταυτόχρονα, να μεταφέρουν χρήσιμες εκτιμήσεις και σήματα στην Ουάσιγκτον.
Αν και τέτοιες διερευνητικές συνομιλίες δεν θα απέφεραν άμεσα δεσμευτικές συμφωνίες ελέγχου εξοπλισμών, θα μπορούσαν να οικοδομήσουν διαύλους επικοινωνίας και να μειώσουν τον κίνδυνο παρεξηγήσεων. Κυρίως, θα συνέβαλλαν στην καλύτερη κατανόηση της κινεζικής πυρηνικής στρατηγικής από τις δυτικές δυνάμεις.
Σε μια παγκόσμια πυρηνική τάξη που έχει περιέλθει σε αδιέξοδο, η επιβολή μιας τριμερούς διαπραγμάτευσης που η Κίνα απορρίπτει εκ προοιμίου ενδέχεται να αποβεί αντιπαραγωγική. Αντίθετα, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να στραφεί προς το Παρίσι και το Λονδίνο. Ως στρατηγικοί μεσολαβητές, οι δύο ευρωπαϊκές πυρηνικές δυνάμεις ίσως αποτελέσουν τον κρίσιμο συνδετικό κρίκο για να διατηρηθεί ζωντανός ο διάλογος και να ανοίξει εκ νέου ο δρόμος προς τον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.