Στην κινεζική πρωτεύουσα μεταφέρεται το κέντρο βάρους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, με τον Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώκει μια διπλωματική υπέρβαση που θα μπορούσε να τερματίσει την πολεμική σύρραξη με το Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ποντάρει στη στρατηγική επιρροή του Πεκίνου στην Τεχεράνη, καθώς η Κίνα αποτελεί τον κυριότερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, ευελπιστώντας ότι ο Σι Τζινπίνγκ θα λειτουργήσει ως ο καταλύτης για μια συμφωνία ειρήνευσης.
Ωστόσο, η κινεζική διαμεσολάβηση αναμένεται να έχει υψηλό τίμημα, με την Ταϊβάν να βρίσκεται στην κορυφή των ανταλλαγμάτων που θα ζητήσει το Πεκίνο. Αναλυτές επισημαίνουν ότι ο Τραμπ βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, καθώς χρειάζεται μια διεθνή επιτυχία που θα αποδείξει ότι μπορεί να εγγυηθεί την παγκόσμια σταθερότητα.
Από την άλλη πλευρά, η Κίνα, αν και δεν επιθυμεί ένα φιλοαμερικανικό καθεστώς στο Ιράν, πιέζεται από το αυξανόμενο οικονομικό κόστος της σύγκρουσης και θα μπορούσε να προσφέρει μια «επιφανειακή εκεχειρία» με αντάλλαγμα την άρση των αμερικανικών περιορισμών στην υψηλή τεχνολογία και τα τσιπ.
Η σύνοδος κορυφής, που αρχικά είχε οικονομικό χαρακτήρα, αποκτά πλέον υπαρξιακή σημασία για την αμερικανική διπλωματία. Ενώ ο Τραμπ επιδιώκει να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον με μια νίκη επί κινεζικού εδάφους, το Πεκίνο φαίνεται να κρατά τα ηνία των διαπραγματεύσεων, απαιτώντας σαφείς δεσμεύσεις για τη μη υποστήριξη της αυτονομίας της Ταϊβάν και τον τερματισμό των εξαγωγικών ελέγχων.
Το αποτέλεσμα της συνάντησης θα κρίνει αν ο Τραμπ θα καταφέρει να απεγκλωβιστεί από το ιρανικό αδιέξοδο ή αν θα οδηγηθεί σε μια συμφωνία που θα ενισχύσει περαιτέρω τη γεωπολιτική ισχύ της Κίνας.