Η κινεζική κυβέρνηση έχει πανικοβληθεί επειδή μέσα σε έναν χρόνο έφυγαν από τη χώρα 1 τρισ. δολάρια. Αντί όμως να διορθώσει τα προβλήματα της οικονομίας, όπως την κρίση στα ακίνητα και την επιβράδυνση της ανάπτυξης, το καθεστώς του Σι Τζινπίνγκ επιλέγει να «κλειδώσει» τα χρήματα των πολιτών εντός των συνόρων.
Με ένα αυστηρό πακέτο μέτρων που τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου, το Πεκίνο απαγορεύει ουσιαστικά στους Κινέζους αποταμιευτές να επενδύουν σε ξένες μετοχές, real estate και διεθνή ασφαλιστικά προϊόντα, τα οποία μέχρι σήμερα αποτελούσαν το καταφύγιό τους. Παράλληλα, οι περιορισμοί αγγίζουν πλέον και το ανθρώπινο δυναμικό, βάζοντας «λουκέτο» στη μεταφορά δεδομένων και τεχνολογίας, ενώ περιορίζουν ασφυκτικά ακόμη και τους Κινέζους μηχανικούς που εργάζονται εκτός συνόρων.
Η επίδειξη ισχύος του καθεστώτος έγινε ξεκάθαρη με το πρόσφατο «μπλόκο» στην εξαγορά της startup τεχνητής νοημοσύνης Manus από τον κολοσσό Meta έναντι 2,5 δισ. δολαρίων, παρά το γεγονός ότι η εταιρεία είχε ήδη μεταφέρει την έδρα της στη Σιγκαπούρη. Η κίνηση αυτή αποτελεί ένα σαφές μήνυμα αποτροπής προς κάθε επίδοξο επιχειρηματία που σκέφτεται να δραπετεύσει από το κινεζικό σύστημα.
Η στρατηγική αυτή, αν και στοχεύει στη δημιουργία ενός απροσπέλαστου οχυρού απέναντι στις ΗΠΑ για την κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη, κινδυνεύει τελικά να γυρίσει μπούμερανγκ. Αποκόπτοντας τις νεοφυείς επιχειρήσεις από τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά δίκτυα και στερώντας από τους πολίτες (που αποταμιεύουν παραδοσιακά το ένα τρίτο του εισοδήματός τους) τη δυνατότητα να επενδύσουν ελεύθερα, το Πεκίνο πνίγει την ίδια την καινοτομία που προσπαθεί να προστατεύσει. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ανασφάλεια του αυταρχικού καθεστώτος θα στρέψει τους πολίτες σε ακόμη πιο σκοτεινές και συγκαλυμμένες μεθόδους φυγάδευσης των χρημάτων τους, εντείνοντας τη διεθνή απομόνωση της Κίνας.