Οι περισσότερες αναλύσεις για τις πρόσφατες κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών—από τη Βενεζουέλα έως το Ιράν—ξεκινούν από την παραδοχή ότι η αμερικανική πολιτική είναι αποσπασματική και υπερβολικά εξαρτημένη από τα ένστικτα του Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση, αν και εύλογη, ενδέχεται να οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα. Αυτό που μοιάζει με ασυνέχεια μπορεί, υπό προσεκτικότερη ματιά, να αποτελεί μια αλληλουχία κινήσεων με σαφή προσανατολισμό.
Σύμφωνα με αυτή την οπτική, οι ενέργειες της Ουάσιγκτον φαίνεται να υπακούουν σε τρεις βασικούς στόχους: την άσκηση πίεσης στην περιφέρεια ώστε να επηρεαστεί το «κέντρο», την αποφυγή ταυτόχρονων συγκρούσεων σε πολλαπλά μέτωπα και την υπονόμευση των γεωοικονομικών πλεονεκτημάτων που ενίσχυσαν την άνοδο της Κίνα. Αν και είναι δύσκολο να διαχωριστεί ο πραγματικός στρατηγικός σχεδιασμός από την εκ των υστέρων ερμηνεία, η συνοχή αυτών των κινήσεων παραπέμπει σε γνώριμες πρακτικές μεγάλων δυνάμεων.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, οι ΗΠΑ φαίνεται να αποφεύγουν προς το παρόν την άμεση αντιπαράθεση με το Πεκίνο, επιλέγοντας να διαμορφώσουν το περιβάλλον γύρω του. Παρεμβάσεις σε περιοχές όπως η Βενεζουέλα, το Ιράν, αλλά και σε κρίσιμες ενεργειακές και εμπορικές οδούς, στοχεύουν στον περιορισμό των δικτύων που στηρίζουν την κινεζική ισχύ. Η προσέγγιση αυτή θυμίζει, σε αντεστραμμένη μορφή, τη στρατηγική του Μάο Τσε Τουνγκ για περικύκλωση του κέντρου μέσω της περιφέρειας.
Σε χρονικό επίπεδο, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποτρέψει την ταυτόχρονη εκδήλωση κρίσεων. Η ανησυχία για ενδεχόμενη σύγκρουση γύρω από την Ταϊβάν σε συνδυασμό με εντάσεις στην Ευρώπη ή τη Μέση Ανατολή οδηγεί σε μια στρατηγική «αποσυγχρονισμού» των απειλών. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι προσπάθειες διαχείρισης των σχέσεων με τη Ρωσία, με στόχο τη μείωση των κινδύνων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το τρίτο σκέλος αφορά τη γεωοικονομία. Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα έχει επωφεληθεί από την πρόσβαση σε φθηνή ενέργεια από χώρες υπό κυρώσεις, όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα. Οι ΗΠΑ φαίνεται να επιδιώκουν τον περιορισμό αυτού του πλεονεκτήματος, αυξάνοντας το κόστος για το Πεκίνο και επαναφέροντας αυτές τις ενεργειακές ροές σε πιο διαφανείς αγορές.
Η σημασία αυτής της στρατηγικής δεν εντοπίζεται σε μεμονωμένες κινήσεις αλλά στο συνολικό τους άθροισμα. Σταδιακά, οι παρεμβάσεις αυτές ενδέχεται να αυξήσουν το κόστος για την Κίνα, να περιορίσουν τις επιλογές της και να αναδιαμορφώσουν το διεθνές ισοζύγιο ισχύος.
Ωστόσο, η στρατηγική αυτή δεν στερείται κινδύνων. Η πίεση σε πολλαπλά μέτωπα μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη κλιμάκωση, ενώ οι ενεργειακές αναταράξεις επηρεάζουν και συμμάχους των ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, η Κίνα προσαρμόζεται, αναζητώντας εναλλακτικές πηγές ενέργειας και ενισχύοντας τα δίκτυά της.
Τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει ένα πλήρως διαμορφωμένο «μεγάλο σχέδιο», αλλά αν οι ΗΠΑ κινούνται βάσει μιας συνεκτικής στρατηγικής λογικής. Η απάντηση θα εξαρτηθεί από την ικανότητά τους να διαχειριστούν τον χρόνο, το κόστος και την αξιοπιστία τους, σε μια περίοδο εντεινόμενου ανταγωνισμού με την Κίνα.