Το εκ νέου άνοιγμα του περάσματος της Ράφα συνιστά ένα από τα πρώτα απτά βήματα στο σχέδιο Τραμπ για τη Γάζα, κυρίως ως προς την εφαρμογή της εκεχειρίας και τη διευκόλυνση της ανθρωπιστικής πρόσβασης.
Ωστόσο, η εξέλιξη συνοδεύεται από σοβαρές αβεβαιότητες, καθώς συνδέεται με κρίσιμες προϋποθέσεις όπως ο αφοπλισμός της Χαμάς, η ασαφής διεθνής εποπτεία — με συμμετοχή και του υπό σύσταση «Συμβουλίου Ειρήνης» — και φιλόδοξα σχέδια ανοικοδόμησης που επικρίνονται ως μη ρεαλιστικά. Αναλυτές προειδοποιούν ότι μεμονωμένες κινήσεις αποκλιμάκωσης ενδέχεται να συγκαλύπτουν βαθύτερη και μακροπρόθεσμη αστάθεια.
Από ανθρωπιστικής πλευράς, η επαναλειτουργία του περάσματος έχει σαφή σημασία, καθώς επιτρέπει — έστω περιορισμένα — τη μετακίνηση Παλαιστινίων για ιατρική περίθαλψη, κυρίως προς την Αίγυπτο, και την πρόσβαση σε βοήθεια. Ορισμένοι τη χαρακτηρίζουν «παράθυρο ελπίδας», εκτιμώντας ότι αντανακλά την επίδραση διεθνούς πίεσης και νομικών πρωτοβουλιών. Παράλληλα, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως προηγούμενο για μελλοντικές διαπραγματεύσεις και να ενισχύσει την εμπιστοσύνη μέσω εξωτερικής επιτήρησης των συνόρων.
Στην πράξη όμως, η λειτουργία παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Μέχρι στιγμής, ελάχιστοι Παλαιστίνιοι — λιγότεροι από είκοσι — έχουν καταφέρει να διέλθουν, γεγονός που υπονομεύει τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της κίνησης. Πριν από το κλείσιμο του 2024, η Ράφα αποτελούσε βασική πύλη για τρόφιμα, βοήθεια και μετακινήσεις προσφύγων. Η μερική επαναλειτουργία οδηγεί ορισμένους να μιλούν για κίνηση κατευνασμού της διεθνούς κριτικής, χωρίς ουσιαστική αλλαγή επί του πεδίου.
Κομβικό παραμένει το ζήτημα του αφοπλισμού της Χαμάς, βασική προϋπόθεση του σχεδίου ειρήνης. Το Ισραήλ έχει καταστήσει σαφές ότι καμία ανοικοδόμηση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς πλήρη αποστρατιωτικοποίηση της Γάζας. Η Χαμάς, από την πλευρά της, δηλώνει ότι θα μπορούσε να εξετάσει μερικές μειώσεις οπλισμού, απορρίπτει όμως πλήρη αφοπλισμό, θεωρώντας τον ασύμβατο με τον στόχο της αντίστασης και της πολιτικής επιβίωσης.
Η στάση αυτή, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική και διοικητική παρουσία της οργάνωσης στη Γάζα, καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την επίτευξη συμφωνίας. Την ίδια στιγμή, άλλοι παλαιστινιακοί φορείς, όπως η Παλαιστινιακή Αρχή και η PLO, προκρίνουν διπλωματική οδό και λύση δύο κρατών, όμως η περιορισμένη συμμετοχή τους στον μεταπολεμικό σχεδιασμό μειώνει τον ρόλο τους.
Στο σκέλος της ανοικοδόμησης, το σχέδιο «Νέα Γάζα», με τη στήριξη κύκλων προσκείμενων στον Τζάρεντ Κούσνερ, προβλέπει επενδύσεις άνω των 25 δισ. δολαρίων για τη δημιουργία σύγχρονων πόλεων, επιχειρηματικών ζωνών και ψηφιακών υποδομών. Η φιλοδοξία είναι η μετατροπή της Γάζας σε οικονομικό κόμβο, με έμφαση στην απασχόληση και την ανάπτυξη.
Παρά ταύτα, επικριτές υποστηρίζουν ότι το μοντέλο δίνει προτεραιότητα σε επενδυτικά συμφέροντα έναντι των τοπικών αναγκών, ενώ απουσιάζουν σαφή πλαίσια αποζημιώσεων και ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Εκφράζονται επίσης ανησυχίες για περιορισμένη παλαιστινιακή συμμετοχή στον σχεδιασμό και για εξάρτηση της ανοικοδόμησης από εξωτερικούς επιτηρητές.
Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει το νέο «Συμβούλιο Ειρήνης», στο οποίο έχει ανατεθεί — με έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ — η εποπτεία της μετάβασης και της ασφάλειας. Ωστόσο, η περιορισμένη διεθνής συμμετοχή και η απουσία παλαιστινιακής εκπροσώπησης εγείρουν ερωτήματα νομιμοποίησης και ισορροπίας.
Συνολικά, ενώ το άνοιγμα της Ράφα προβάλλεται ως βήμα αποκλιμάκωσης, παραμένει ασαφές κατά πόσο εντάσσεται σε μια βιώσιμη ειρηνευτική διαδικασία. Με τις βασικές πολιτικές διαφορές άλυτες, την αποστρατιωτικοποίηση σε αδιέξοδο και την ανοικοδόμηση να προκαλεί αντιδράσεις, το μέλλον της Γάζας εξακολουθεί να κινείται μεταξύ εύθραυστης ελπίδας και βαθιάς γεωπολιτικής αβεβαιότητας.