Έντονες αντιδράσεις προκαλούν αποκαλύψεις από τα απομνημονεύματα του κυβερνήτη της Πενσιλβάνια, Τζος Σαπίρο, σύμφωνα με τις οποίες ρωτήθηκε αν είναι «διπλός πράκτορας του Ισραήλ» κατά τη διαδικασία ελέγχου για την επιλογή του ως υποψήφιου αντιπροέδρου στο πλευρό της Καμάλα Χάρις. Την πληροφορία μετέδωσε η New York Times, επικαλούμενη προδημοσίευση του βιβλίου του.
Ο Σαπίρο περιγράφει ότι η ομάδα της Χάρις τον υπέβαλε σε εκτενή ερωτήματα σχετικά με το Ισραήλ, γεγονός που, όπως γράφει, τον έκανε να αναρωτηθεί αν τέτοιες ερωτήσεις απευθύνονταν αποκλειστικά σε εκείνον ως τον μοναδικό Εβραίο υποψήφιο ή αν όλοι οι υποψήφιοι χωρίς προηγούμενη ομοσπονδιακή θητεία αντιμετώπιζαν την ίδια μεταχείριση.
Όταν εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τον προσβλητικό χαρακτήρα της ερώτησης περί «διπλού πράκτορα», η απάντηση που έλαβε ήταν ότι «έπρεπε να τεθεί», κάτι που –όπως σημειώνει– αποκάλυπτε πολλά για ορισμένους από τους ανθρώπους που περιέβαλλαν τότε την αντιπρόεδρο.
Παρότι τελικά δεν επελέγη ως υποψήφιος αντιπρόεδρος, με την επιλογή να καταλήγει στον Τιμ Γουόλζ, ο Σαπίρο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η απόφαση σχετιζόταν με αντισημιτισμό. Όπως έχει δηλώσει δημόσια, ο ίδιος θεωρεί ότι ο αντισημιτισμός «δεν έπαιξε κανέναν ρόλο» στις συνομιλίες που είχε με την Καμάλα Χάρις κατά τη διαδικασία επιλογής.
Ωστόσο, τις αποκαλύψεις καταδίκασε ο Άαρον Κίακ, πρώην αναπληρωτής ειδικός απεσταλμένος για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού στην κυβέρνηση Μπάιντεν–Χάρις, χαρακτηρίζοντας την ερώτηση περί «διπλού πράκτορα» ευθέως αντισημιτική. Όπως ανέφερε, η εμπειρία του Σαπίρο δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, καθώς και ο ίδιος είχε δεχθεί ερωτήσεις σε διαβαθμισμένα περιβάλλοντα που, όπως είπε, δεν τέθηκαν ποτέ σε μη Εβραίους πολιτικούς αξιωματούχους.
Ο Κίακ υπογράμμισε ότι τέτοιου είδους ερωτήματα είναι «αντιαμερικανικά» και δεν συνάδουν με τις αξίες που οφείλει να εκπροσωπεί το Δημοκρατικό Κόμμα, τονίζοντας ότι ενόψει των επόμενων προεδρικών εκλογών απαιτείται σαφής στάση και υψηλότερα πρότυπα.