Το ενδεχόμενο αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ επανέρχεται στο προσκήνιο, μετά από νέες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο η υλοποίησή του παραμένει σύνθετη και εξαρτάται από πολιτικούς, νομικούς και στρατηγικούς παράγοντες.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε εκ νέου επικριτικός απέναντι στη Συμμαχία, χαρακτηρίζοντάς την «χάρτινη τίγρη» και εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για τη στάση των συμμάχων, ιδιαίτερα σε σχέση με τον πόλεμο στο Ιράν και την ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ.
Παρά τη ρητορική αυτή, η αμερικανική νομοθεσία θέτει σαφή εμπόδια: νόμος του 2024 προβλέπει ότι για την αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ απαιτείται η έγκριση των δύο τρίτων της Γερουσίας, κάτι που θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθεί με τους υφιστάμενους πολιτικούς συσχετισμούς. Μάλιστα, επιφυλάξεις εκφράζονται ακόμη και εντός των Ρεπουμπλικανών, με τον γερουσιαστή Thom Tillis να προειδοποιεί για τους κινδύνους αποδυνάμωσης της Συμμαχίας.
Ωστόσο, δεν αποκλείεται μια μονομερής κίνηση από τον πρόεδρο, η οποία σε αυτή την περίπτωση θα οδηγούσε σε δικαστική διαμάχη, με νομικούς να εκτιμούν ότι ενδέχεται να ακυρωθεί.
Οι δηλώσεις Τραμπ έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία στους συμμάχους, κυρίως λόγω της πιθανής απώλειας της αμερικανικής «πυρηνικής ομπρέλας» και της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην Ευρώπη, η οποία αριθμεί δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες και δεκάδες βάσεις.
Αν και ο πρόεδρος θα μπορούσε να προχωρήσει σε μερική απόσυρση δυνάμεων, το σενάριο πλήρους αποχώρησης θεωρείται δύσκολο, όχι μόνο λόγω νομικών περιορισμών, αλλά και εξαιτίας των επιχειρησιακών αναγκών των ΗΠΑ, ιδιαίτερα εν μέσω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι τυχόν αποδυνάμωση της αμερικανικής παρουσίας θα μπορούσε να καλυφθεί εν μέρει από τους Ευρωπαίους συμμάχους, ωστόσο προειδοποιούν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα άλλαζε ριζικά τις ισορροπίες ασφάλειας στη Δύση και θα ενείχε σημαντικούς κινδύνους για τη διεθνή σταθερότητα.