Η εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Ιράν τέθηκε σε ισχύ στις 24 Ιουνίου 2025, σηματοδοτώντας το τέλος της επιχείρησης «Rising Lion». Λίγες ώρες πριν, η Τεχεράνη είχε εκτοξεύσει ακόμη έναν πύραυλο προς το Ισραήλ, το οποίο σκόπευε να απαντήσει.
Η αντίδραση αυτή, ωστόσο, ανεστάλη έπειτα από παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι ο πόλεμος είχε ολοκληρωθεί και πως η υπόθεση περνούσε πλέον στο διπλωματικό πεδίο. Έκτοτε, για επτά μήνες, η διεθνής κοινότητα αναμένει τη συναίνεση του Ιράν για συνομιλίες, με την Τεχεράνη να αποφεύγει συστηματικά την προσέλευση.
Στο εσωτερικό του Ιράν, οι μαζικές διαδηλώσεις που ξέσπασαν λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης και της κατάρρευσης βασικών υποδομών αντιμετωπίστηκαν με σκληρή καταστολή από το καθεστώς. Παρά τη διακοπή του διαδικτύου, μη επιβεβαιωμένες πληροφορίες έκαναν λόγο για δεκάδες χιλιάδες νεκρούς διαδηλωτές στις αρχές Ιανουαρίου, καθώς και για απειλές εκτέλεσης εκατοντάδων συλληφθέντων. Ο Ντόναλντ Τραμπ αντέδρασε δηλώνοντας τη στήριξή του στους διαδηλωτές και προειδοποιώντας το ιρανικό καθεστώς με στρατιωτική επέμβαση. Οι κινητοποιήσεις στη συνέχεια υποχώρησαν, ενώ οι εκτελέσεις φέρεται να έχουν προσωρινά «παγώσει».
Την ίδια ώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν τη στρατιωτική τους παρουσία γύρω από το Ιράν και απειλούν με επίθεση σε περίπτωση που η Τεχεράνη δεν επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους όρους της Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με πληροφορίες, ενδεχόμενη επιχείρηση θα στοχεύσει εγκαταστάσεις των Φρουρών της Επανάστασης και πρόσωπα-κλειδιά του καθεστώτος, με την ελπίδα ότι μια τέτοια κίνηση θα πυροδοτήσει νέο κύμα λαϊκών αντιδράσεων και θα αποσταθεροποιήσει την εξουσία των αγιατολάχ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εξετάζει το ενδεχόμενο μιας εκτεταμένης στρατιωτικής επιχείρησης διάρκειας αρκετών ημερών, η οποία πιθανότατα θα διεξαχθεί χωρίς άμεση ισραηλινή συμμετοχή, ώστε να καθησυχαστούν μετριοπαθή σουνιτικά κράτη της περιοχής. Το Ισραήλ, πάντως, έχει προειδοποιήσει ότι μια αμερικανική επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει ιρανικά αντίποινα με πυραυλικά πλήγματα στο ισραηλινό έδαφος. Παρότι το Ιράν έχει αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό το βαλλιστικό του οπλοστάσιο, τα συστήματα αεράμυνάς του παραμένουν αποδυναμωμένα από τα πλήγματα του Ιουνίου, καθιστώντας τη χώρα ιδιαίτερα ευάλωτη σε αεροπορικές επιθέσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάγκη στενού επιχειρησιακού συντονισμού είναι κρίσιμη, καθώς τα ισραηλινά και αμερικανικά αεροσκάφη θα επιχειρούσαν στον ίδιο εναέριο χώρο, παράλληλα με τη λειτουργία της ισραηλινής αντιπυραυλικής άμυνας. Η πρόσφατη επίσκεψη υψηλόβαθμων Ισραηλινών αξιωματούχων στην Ουάσιγκτον είχε ως στόχο την ανταλλαγή εμπειριών από την επιχείρηση «Rising Lion» και τον συντονισμό ενδεχόμενων μελλοντικών κινήσεων.
Παράλληλα, καταγράφεται μια πρώτη ένδειξη διπλωματικής κινητικότητας, καθώς το Ιράν συμφώνησε να ξεκινήσουν απευθείας επαφές. Για την Παρασκευή έχει προγραμματιστεί συνάντηση του Αμερικανού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, αν και η Τεχεράνη φέρεται να επιθυμεί τη μεταφορά των συνομιλιών στο Ομάν και τη διεξαγωγή τους χωρίς παρατηρητές.
Για το Ισραήλ, οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία θεωρείται ελλιπής αν δεν περιλαμβάνει αυστηρούς περιορισμούς στο ιρανικό πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων. Μετά την 7η Οκτωβρίου, η ισραηλινή αντίληψη περί ασφάλειας έχει αλλάξει ριζικά. Ένα καθεστώς που δηλώνει ανοιχτά την πρόθεσή του να καταστρέψει το Ισραήλ και διαθέτει τα μέσα για να το πράξει, συνιστά υπαρξιακή απειλή. Υπό αυτό το πρίσμα, το Ισραήλ δηλώνει αποφασισμένο να δράσει προληπτικά, ακόμη και χωρίς αμερικανική στήριξη, εφόσον οι απειλές αυτές δεν αντιμετωπιστούν.