Στο στόχαστρο της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου των ΗΠΑ (FTC) και μιας διακομματικής συμμαχίας 22 πολιτειών βρίσκεται πλέον η Amazon, αντιμετωπίζοντας μια νέα αγωγή που την κατηγορεί για μυστική χειραγώγηση των διαδικτυακών δημοπρασιών διαφήμισης.
Σύμφωνα με την προσφυγή που κατατέθηκε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο της πολιτείας Ουάσινγκτον, ο τεχνολογικός κολοσσός επέβαλε υπερβολικές χρεώσεις σε περισσότερους από ένα εκατομμύριο διαφημιζόμενους πελάτες, αποκομίζοντας παράνομα εκτιμώμενα έσοδα ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το 2019 έως σήμερα.
Οι ρυθμιστικές αρχές υποστηρίζουν ότι η εταιρεία παρέκαμπτε τους κανόνες των δημοπρασιών, αντικαθιστώντας τα πραγματικά αποτελέσματα με τεχνητά υψηλότερες τιμές που καθόριζε η ίδια προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της.
Το πρόβλημα επικεντρώνεται στις λεγόμενες δημοπρασίες «δεύτερης τιμής» για τις προβεβλημένες καταχωρίσεις προϊόντων, όπου οι διαφημιζόμενοι ανέμεναν να πληρώσουν μόλις ένα σεντ παραπάνω από την αμέσως επόμενη προσφορά.
Αντίθετα, η δικαστική προσφυγή αποκαλύπτει ότι η Amazon χρέωνε τους διαφημιζόμενους με τη δική τους μέγιστη προσφορά σχεδόν στο 80% των περιπτώσεων, καθώς θεωρούσε ανεπαρκή τα έσοδα που παρήγαγε ο μηχανισμός.
Παράλληλα, η αρχή προστασίας καταναλωτών τονίζει ότι η ζημία επεκτείνεται και στους τελικούς αγοραστές, καθώς οι επιχειρήσεις μετακυλίουν το πρόσθετο διαφημιστικό κόστος στις τελικές τιμές των προϊόντων.
Η είδηση της δικαστικής προσφυγής προκάλεσε άμεση υποχώρηση της μετοχής της εταιρείας κατά 2,5%, ενώ έρχεται να προστεθεί στην προηγούμενη διευθέτηση ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις αθέμιτες εγγραφές στο πρόγραμμα Prime.
Από την πλευρά της, η Amazon απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς, χαρακτηρίζοντας την αγωγή θεμελιωδώς εσφαλμένη. Εκπρόσωπος της εταιρείας δήλωσε στο BBC ότι η FTC παρανοεί τον τρόπο λειτουργίας των διαφημίσεων, σημειώνοντας ότι οι διαφημιζόμενοι προσαρμόζουν τις προσφορές τους βάσει πραγματικών αποδόσεων.
Η εταιρεία αντιτείνει επίσης ότι οι μέσες νικητήριες προσφορές μειώθηκαν κατά 50% την περίοδο 2019-2025, ενώ υποστηρίζει πως το 92% των διαφημίσεων δεν κατακυρώνεται στον πλειοδότη με την υψηλότερη προσφορά.