Σε ένα κρίσιμο νομικό και πολιτικό σταυροδρόμι βρίσκεται ο Λευκός Οίκος, καθώς εκπνέει σήμερα η προθεσμία των 60 ημερών που ορίζει ο αμερικανικός νόμος περί Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Act).
Βάσει της νομοθεσίας, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είναι πλέον υποχρεωμένος είτε να εξασφαλίσει την επίσημη έγκριση του Κογκρέσου για τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, είτε να προχωρήσει σε άμεσο περιορισμό της δράσης των αμερικανικών δυνάμεων.
Προκειμένου να παρακάμψει το δίλημμα, η κυβέρνηση Τραμπ προωθεί μια αμφιλεγόμενη ερμηνεία, υποστηρίζοντας πως η τρέχουσα εκεχειρία λειτουργεί ως «παύση» που παγώνει την αντίστροφη μέτρηση του νόμου. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, οι ημέρες κατά τις οποίες δεν καταγράφονται ενεργές επιθέσεις δεν προσμετρώνται στο κρίσιμο δίμηνο, μια θέση που βρίσκει σύμφωνους αρκετούς Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές.
Στον αντίποδα, οι Δημοκρατικοί κάνουν λόγο για αυθαίρετη ερμηνεία, τονίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν σε κατάσταση εχθροπραξιών όσο διατηρείται, για παράδειγμα, ο ναυτικός αποκλεισμός, ανεξάρτητα από το αν πέφτουν βόμβες.
Εν μέσω αυτής της νομοθετικής σύγκρουσης, η προσοχή στρέφεται στις επιχειρησιακές αποφάσεις του Τραμπ. Σύμφωνα με πληροφορίες, στο τραπέζι των συσκέψεων βρίσκεται η πρόταση για ένα στρατιωτικό χτύπημα καθοριστικής ισχύος. Στόχος ενός τέτοιου «πλήγματος-σοκ» θα είναι να κλονίσει την Τεχεράνη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να την αναγκάσει να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις υπό τους όρους της Ουάσιγκτον, τερματίζοντας οριστικά το τρέχον αδιέξοδο.