Σε τηλεοπτικό διάγγελμα περίπου 20 λεπτών, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να υπερασπιστεί την απόφασή του για τον πόλεμο κατά του Ιράν, παρουσιάζοντας τη στρατιωτική επιχείρηση ως αναγκαία για την προστασία των αμερικανικών συμφερόντων και την εξουδετέρωση μιας απειλής για την ασφάλεια των ΗΠΑ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι οι επιχειρήσεις εξελίσσονται με επιτυχία και ότι οι βασικοί στρατιωτικοί στόχοι βρίσκονται κοντά στην ολοκλήρωσή τους, εκτιμώντας πως οι οικονομικές επιπτώσεις θα είναι προσωρινές. Παράλληλα, έκανε λόγο για πρωτοφανείς απώλειες που έχει υποστεί το Ιράν σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ωστόσο, αντί να παρουσιάσει ένα σαφές σχέδιο εξόδου από τη σύγκρουση, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω στρατιωτικής κλιμάκωσης, προαναγγέλλοντας νέα, σφοδρά πλήγματα το επόμενο διάστημα. Την ίδια στιγμή απέφυγε να αναφερθεί σε πιθανή ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, επιλογή που θεωρείται ιδιαίτερα αντιδημοφιλής στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Ο Τραμπ αναφέρθηκε επιγραμματικά στο ζήτημα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, υποστηρίζοντας ότι οι αμερικανικές επιθέσεις έχουν περιορίσει σημαντικά τις σχετικές δυνατότητες, χωρίς ωστόσο να δώσει σαφείς απαντήσεις για την πλήρη εξάλειψη της απειλής.
Σε ό,τι αφορά την οικονομία, επιχείρησε να καθησυχάσει τους πολίτες για την άνοδο των τιμών των καυσίμων, χαρακτηρίζοντάς την προσωρινή, ενώ τόνισε ότι η αμερικανική οικονομία παραμένει ισχυρή, παρά τις αντίθετες ενδείξεις από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Παράλληλα, επανέλαβε ότι οι ΗΠΑ δεν εξαρτώνται ενεργειακά από κρίσιμες θαλάσσιες οδούς όπως τα Στενά του Ορμούζ, καλώντας μάλιστα άλλες χώρες να αναλάβουν δράση για τη διασφάλισή τους, ενώ διαβεβαίωσε ότι η Ουάσινγκτον θα συνεχίσει να στηρίζει τους συμμάχους της στον Κόλπο.
Η επιλογή του να απευθυνθεί σε ζώνη υψηλής τηλεθέασης από τον Λευκό Οίκο αποδίδεται σε προσπάθεια της κυβέρνησης να εξηγήσει τους στόχους της επιχείρησης και να κατευνάσει τις ανησυχίες περί ενός παρατεταμένου πολέμου.
Παρά ταύτα, αναλυτές επισημαίνουν ότι το διάγγελμα δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η τελική στρατηγική των ΗΠΑ ή η διαχείριση των συνεπειών στην παγκόσμια οικονομία. Την ίδια στιγμή, η πτώση της δημοτικότητας του προέδρου και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης καταδεικνύουν το πολιτικό κόστος της σύγκρουσης, ενόψει και των επερχόμενων εκλογικών αναμετρήσεων.