Η πρόοδος προς μια πιθανή συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου με το Ιράν φαίνεται να επιβραδύνεται, καθώς Ηνωμένες Πολιτείες και Τεχεράνη εξακολουθούν να διαφωνούν σε κρίσιμα ζητήματα που αφορούν το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και την άρση των οικονομικών κυρώσεων, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Η επιβράδυνση των διαπραγματεύσεων έρχεται λίγες ημέρες μετά τις δηλώσεις αισιοδοξίας του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος υποστήριζε ότι μια συμφωνία βρισκόταν κοντά. Ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκαθάρισε αργότερα ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε συμφωνία που «δεν είναι η σωστή».
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Τραμπ δέχθηκε έντονες πιέσεις από σκληροπυρηνικά στελέχη των Ρεπουμπλικανών, τα οποία εκφράζουν φόβους ότι μια συμφωνία θα μπορούσε να μειώσει την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς στο πυρηνικό της πρόγραμμα.
«Η συμφωνία με το Ιράν είτε θα είναι μεγάλη και ουσιαστική είτε δεν θα υπάρξει καθόλου συμφωνία», ανέφερε ο Τραμπ σε ανάρτησή του, επιτιθέμενος τόσο σε Ρεπουμπλικανούς όσο και σε Δημοκρατικούς επικριτές των συνομιλιών.
Το υπό διαπραγμάτευση μνημόνιο κατανόησης προβλέπει παύση των εχθροπραξιών, προσωρινή άρση περιορισμών στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ για διάστημα 30 ημερών και έναρξη δεύτερης φάσης διαπραγματεύσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Παράλληλα, Αμερικανός αξιωματούχος φέρεται να ξεκαθάρισε ότι οποιαδήποτε χαλάρωση των κυρώσεων θα εξαρτηθεί άμεσα από την πρόοδο των συνομιλιών και από τις δεσμεύσεις της Τεχεράνης.
Οι ΗΠΑ ζητούν σαφείς εγγυήσεις ότι το Ιράν δεν θα προχωρήσει στην ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, ενώ η ιρανική πλευρά πιέζει για συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα άρσης κυρώσεων και αποδέσμευσης παγωμένων περιουσιακών στοιχείων.
Σύμφωνα με μεσολαβητές, στην Ουάσινγκτον υπάρχει ανησυχία ότι η Τεχεράνη ενδέχεται να επιδιώξει καθυστερήσεις στις δεσμεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα, αφού πρώτα εξασφαλίσει οικονομική ανακούφιση.
Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ δήλωσε ότι έχει σημειωθεί πρόοδος σε αρκετά σημεία, αλλά ξεκαθάρισε πως δεν αναμένεται άμεσα οριστική συμφωνία.
Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων, ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ και ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί μετέβησαν στο Κατάρ για νέες συνομιλίες.
Η Wall Street Journal σημειώνει ότι πίεση για συμφωνία υπάρχει και στις δύο πλευρές. Ο Τραμπ επιδιώκει να τερματίσει έναν πόλεμο που θεωρείται αντιδημοφιλής στο εσωτερικό των ΗΠΑ και επιβαρύνει την οικονομία μέσω της αύξησης των τιμών καυσίμων, ενώ το Ιράν αναζητά επειγόντως οικονομική ανάσα εν μέσω βαθιάς κρίσης.
Ανησυχία επικρατεί και στις χώρες του Κόλπου, ιδιαίτερα σχετικά με το καθεστώς ασφαλείας και ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με πληροφορίες, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα πιέζουν ώστε να υπάρξει σαφής ρήτρα για την ελευθερία ναυσιπλοΐας στην περιοχή.
Την ίδια ώρα, το Ισραήλ εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι σε μια ενδεχόμενη συμφωνία, φοβούμενο ότι θα μειωθεί η πίεση προς την Τεχεράνη και θα περιοριστούν οι κινήσεις του Τελ Αβίβ απέναντι στη Χεζμπολάχ και άλλες φιλοϊρανικές οργανώσεις.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ισραηλινές πιέσεις ασκούνται τόσο μέσω επαφών με την αμερικανική πλευρά όσο και δημόσια μέσω παρεμβάσεων στα μέσα ενημέρωσης, με στόχο μια πιο «σκληρή» συμφωνία.
Παράλληλα, παραμένουν ερωτήματα για τον ρόλο και τη στάση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος δεν έχει εμφανιστεί δημόσια από τον Μάρτιο.
Στο τέλος της ημέρας, ο Ντόναλντ Τραμπ συνέδεσε τις συνομιλίες με την προσπάθεια διεύρυνσης των Συμφωνιών του Αβραάμ, δηλώνοντας ότι επιθυμεί χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, η Τουρκία, η Αίγυπτος και η Ιορδανία να ενταχθούν σε αυτές, αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμετοχής ακόμη και του ίδιου του Ιράν στο μέλλον.