Νέα στοιχεία έρχονται στο φως για την υπόθεση της δολοφονίας της 38χρονης Βρετανίδας εθελόντριας Ελίζαμπεθ-Τζέιν Ρος, η σορός της οποίας εντοπίστηκε μέσα σε βαλίτσα σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Κυψέλη.
Βασικός ύποπτος για τη δολοφονία της γυναίκας, η οποία ήταν γνωστή και ως Λίζα, θεωρείται ο 26χρονος Αφγανός πυγμάχος Σαρίφ Αχμαντζάι, ο οποίος συνελήφθη την Κυριακή.
Οι ελληνικές Αρχές προχώρησαν στη σύλληψή του έπειτα από πολυήμερη έρευνα, στο πλαίσιο της οποίας συγκεντρώθηκαν βιντεοληπτικό υλικό από κάμερες ασφαλείας, ψηφιακά δεδομένα και καταθέσεις μαρτύρων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, ο 26χρονος φέρεται να σκότωσε τη Ρος στο διαμέρισμα όπου διέμενε η ίδια, στα Πατήσια. Στη συνέχεια, φέρεται να τοποθέτησε τη σορό της σε βαλίτσα και να τη μετέφερε σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Κυψέλη.
Το βίντεο με τη βαλίτσα
Βίντεο από κάμερες ασφαλείας, τα οποία καταγράφηκαν τις πρώτες πρωινές ώρες της 16ης Ιουλίου, φέρονται να δείχνουν τον ύποπτο να μεταφέρει στους δρόμους της Αθήνας μία βαλίτσα με ροδάκια, κρατώντας παράλληλα ένα μπλε σακίδιο.
Λίγα λεπτά αργότερα, φέρεται να καταγράφεται να αποχωρεί από τον χώρο όπου εντοπίστηκε αργότερα η σορός, χωρίς να έχει μαζί του τη βαλίτσα και το σακίδιο.
Οι αστυνομικοί φέρονται επίσης να έχουν στη διάθεσή τους υλικό στο οποίο ο 26χρονος εμφανίζεται να φτάνει, το βράδυ της 15ης Ιουλίου, στο διαμέρισμα της Βρετανίδας με αυτοκίνητο που ανήκε στη σύζυγό του, την Αμερικανίδα Κρίστιαν Αλέινα Χολ.
Ο ίδιος και η σύζυγός του φέρονται να γνώριζαν τη Ρος μέσω της κοινής δράσης τους σε χριστιανική οργάνωση που προσέφερε βοήθεια σε πρόσφυγες στην Αθήνα. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το ζευγάρι είχε επίσης στην κατοχή του κλειδί του διαμερίσματός της.
Κατά την εξέτασή του από τις Αρχές, ο Αχμαντζάι φέρεται να ισχυρίστηκε ότι βρήκε τη Ρος ήδη νεκρή μέσα στο μπάνιο.
Ωστόσο, σύμφωνα με την αστυνομία, παραδέχθηκε ότι χρησιμοποίησε τις τραπεζικές κάρτες της για να πραγματοποιήσει αναλήψεις χρημάτων. Φέρεται επίσης να έστειλε μηνύματα από το κινητό της σε συγγενείς και φίλους της, προσποιούμενος ότι ήταν η ίδια, προκειμένου να μην κινηθούν υποψίες για την εξαφάνισή της.
Ο κομβικός ρόλος της συζύγου του
Καθοριστική για την εξέλιξη της έρευνας φαίνεται ότι ήταν η κατάθεση της συζύγου του 26χρονου.
Η ίδια φέρεται να ενημέρωσε την αστυνομία ότι ο σύζυγός της είχε αρχίσει να συμπεριφέρεται περίεργα μετά τις 15 Ιουλίου. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι, μέσω εφαρμογής κοινής χρήσης τοποθεσίας, είχε διαπιστώσει πως εκείνος βρισκόταν στο διαμέρισμα της Ρος.
Μετά τον εντοπισμό της σορού της 38χρονης, η γυναίκα εγκατέλειψε το σπίτι όπου διέμενε με τον σύζυγό της, παίρνοντας μαζί της το μωρό τους.
Στη συνέχεια, παρέδωσε στις Αρχές το ποσό των 2.550 ευρώ και ένα καινούργιο κινητό τηλέφωνο που της είχε δώσει ο 26χρονος, καθώς υποψιαζόταν ότι είχαν αποκτηθεί με χρήματα του θύματος.
Κατά τη διάρκεια έρευνας στην κατοικία του ζευγαριού, οι αστυνομικοί εντόπισαν, σύμφωνα με πληροφορίες, ένα μεταλλικό ομοίωμα πιστολιού τύπου Glock και ένα μαχαίρι στρατιωτικού τύπου.
Ο Αχμαντζάι είχε φτάσει στη Λέσβο το 2016 ως πρόσφυγας από το Αφγανιστάν. Αργότερα ασπάστηκε τον χριστιανισμό και παντρεύτηκε την Αμερικανίδα εθελόντρια.
Μαζί ίδρυσαν την οργάνωση «Love Every Nation Athens», μέσω της οποίας παρείχαν βοήθεια σε πρόσφυγες και άλλες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Παράλληλα, ο 26χρονος είχε αρχίσει να δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην πυγμαχία και είχε συμμετάσχει σε δύο αγώνες στην Αθήνα.
Η αντιπαράθεση που εξετάζεται ως πιθανό κίνητρο
Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, ο ύποπτος φέρεται να υποστήριξε ότι είχε προηγηθεί έντονη αντιπαράθεση με τη Ρος, επειδή εκείνη επιχειρούσε να τον πείσει να ενταχθεί σε αυστηρότερη χριστιανική ομάδα.
Οι Αρχές εξετάζουν κατά πόσο η συγκεκριμένη διαφωνία συνδέεται με το κίνητρο της δολοφονίας, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν γίνει γνωστά τα οριστικά συμπεράσματα της έρευνας.
Η Ελίζαμπεθ-Τζέιν Ρος καταγόταν από το Εδιμβούργο και επισκεπτόταν συχνά την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, συμμετέχοντας εθελοντικά σε οργανώσεις που υποστήριζαν πρόσφυγες, αστέγους και άλλες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Η τελευταία επιβεβαιωμένη επικοινωνία της καταγράφηκε το βράδυ της 15ης Ιουλίου. Τις επόμενες ημέρες, συγγενείς και φίλοι της συνέχισαν να λαμβάνουν μηνύματα από το κινητό της.
Ωστόσο, διαπίστωσαν ότι το ύφος και ο τρόπος γραφής των μηνυμάτων δεν ταίριαζαν με εκείνους της 38χρονης και ειδοποίησαν τις Αρχές.
Ο 26χρονος αναμένεται να οδηγηθεί ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών Αρχών της Αθήνας, προκειμένου να απολογηθεί για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.