Η αιφνιδιαστική ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για την έναρξη της επιχείρησης «Ελευθερία» στα Στενά του Ορμούζ φέρνει τις ΗΠΑ και το Ιράν ένα βήμα πιο κοντά σε μια απευθείας σύγκρουση, αφήνοντας ωστόσο κρίσιμα επιχειρησιακά ερωτήματα αναπάντητα.
Παρά την κινητοποίηση ισχυρών μέσων από την CENTCOM, συμπεριλαμβανομένων αντιτορπιλικών, 100 αεροσκαφών και μη επανδρωμένων πλατφορμών, η συγκεκριμένη στρατηγική για την εξασφάλιση της ομαλούς κυκλοφορίας των εμπορικών πλοίων παραμένει θολή.
Στρατιωτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι το μοντέλο των παραδοσιακών νηοπομπών, που εφαρμόστηκε στον «Πόλεμο των Δεξαμενόπλοιων» τη δεκαετία του '80, είναι σήμερα πρακτικά ανέφικτο λόγω υλικών περιορισμών. Ενώ τότε η αναλογία πολεμικών προς εμπορικά πλοία ήταν συντριπτική, σήμερα η Ουάσιγκτον διαθέτει περιορισμένο αριθμό αντιτορπιλικών στην περιοχή, τα οποία είναι ήδη δεσμευμένα σε αποστολές αποκλεισμού ή προστασίας αεροπλανοφόρων.
Η Jennifer Parker του Ινστιτούτου Lowy εκτιμά ότι η επιχείρηση δεν θα αφορά τη στενή συνοδεία κάθε πλοίου, αλλά μια έντονη παρουσία στον αέρα και τη θάλασσα με στόχο τον εντοπισμό και την αποτροπή ιρανικών επιθέσεων πριν αυτές εκδηλωθούν, πιέζοντας ουσιαστικά την Τεχεράνη να αποφασίσει αν θα συγκρουστεί απευθείας με το αμερικανικό ναυτικό.
Η γεωγραφία των Στενών καθιστά την επιχείρηση ακόμη πιο επικίνδυνη, καθώς το στενό πέρασμα των 35 χιλιομέτρων περιορίζει τα δεξαμενόπλοια σε διαδρόμους μόλις 3 χιλιομέτρων, εκμηδενίζοντας τα περιθώρια ελιγμών. Το πλεονέκτημα του Ιράν έγκειται στον ασύμμετρο πόλεμο, καθώς διαθέτει διάσπαρτες και ευέλικτες δυνάμεις, από κινητούς εκτοξευτές πυραύλων σε φορτηγά μέχρι αλιευτικά σκάφη που μπορούν να ποντίσουν νάρκες.
Η Τεχεράνη έχει ήδη προειδοποιήσει ότι θα θεωρήσει την αμερικανική παρέμβαση παραβίαση της εκεχειρίας, δημιουργώντας ένα σκηνικό υψηλής έντασης όπου η Ουάσιγκτον καλείται να αποφασίσει αν θα ρισκάρει τα πλοία της εντός της εμβέλειας των ιρανικών παράκτιων συστημάτων.