Νέα δεδομένα έρχονται στο φως για την υπόθεση του νεκρού βρέφους που εντοπίστηκε σε διαμέρισμα στην Κυψέλη, ενώ οι Αρχές συνεχίζουν να διερευνούν τις συνθήκες θανάτου του. Η 38χρονη Γερμανίδα μητέρα αρνείται ότι προκάλεσε οποιαδήποτε βλάβη στο παιδί της, παρά τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης που παραπέμπουν σε εγκληματική ενέργεια.
Η γυναίκα εμφανίζεται, σύμφωνα με πληροφορίες της «Καθημερινής», βαθιά συντετριμμένη από τον θάνατο του βρέφους και υποστηρίζει ότι το αγαπούσε ιδιαίτερα. Φέρεται να εξηγεί ότι δεν μπόρεσε να αποχωριστεί τη σορό του μετά τον θάνατό του και γι’ αυτό τη διατήρησε για συναισθηματικούς λόγους.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει δώσει εξηγήσεις για τα πολλαπλά τραύματα από μαχαίρι που εντοπίστηκαν στην πλάτη του βρέφους. Το συγκεκριμένο εύρημα αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της αυριανής απολογίας της ενώπιον της ανακρίτριας.
Παράλληλα, η 38χρονη φέρεται να μην υιοθετεί τον ισχυρισμό του 43χρονου συζύγου της ότι στο μαιευτήριο τους παραδόθηκε κατά λάθος το παιδί άλλης οικογένειας.
Ο ισχυρισμός για το «λάθος παιδί»
Ο 43χρονος έχει υποστηρίξει κατά την προανάκριση ότι στο μαιευτήριο έγινε μπέρδεμα και ότι το βρέφος που τους παραδόθηκε δεν ήταν το δικό τους.
Ο ίδιος φέρεται επίσης να έχει υποστηρίξει ότι το παιδί πέθανε περίπου πριν από δύο χρόνια, εξαιτίας προβλήματος στο στομάχι, απορρίπτοντας το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας. Μάλιστα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, είχε χαρακτηρίσει το βρέφος «σατανιασμένο» και υποστήριζε ότι προκαλούσε προβλήματα στην οικογένεια.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί εξετάζονται πλέον σε συνδυασμό με τα ιατροδικαστικά ευρήματα. Σύμφωνα με την έκθεση, το αγοράκι, ηλικίας περίπου οκτώ έως εννέα μηνών, έφερε περισσότερα από δέκα τραύματα από μαχαίρι στην πλάτη.
Η υπόθεση μαστροπείας του 2020
Στο παρελθόν, ο 43χρονος είχε απασχολήσει τις Αρχές και για διαφορετική υπόθεση. Τον Απρίλιο του 2020 είχε συλληφθεί μετά από καταγγελία γυναίκας από τη Γερμανία για υπόθεση μαστροπείας.
Η γυναίκα είχε γνωρίσει τον άνδρα μέσω των κοινωνικών δικτύων και ταξίδεψε στην Ελλάδα, έχοντας, όπως ανέφερε, πειστεί ότι εκείνος ενδιαφερόταν για τη σχέση τους.
Μετά την άφιξή της, ωστόσο, κατήγγειλε ότι ο άνδρας τής αφαίρεσε τα ταξιδιωτικά έγγραφα, την κρατούσε χωρίς τη θέλησή της σε διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και την εξέδιδε μέσω διαδικτυακής αγγελίας.
Η ίδια υποστήριξε ότι κατάφερε να διαφύγει λίγες ημέρες αργότερα και να απευθυνθεί στις Αρχές. Ο 43χρονος είχε προφυλακιστεί για την υπόθεση και αποφυλακίστηκε τον Οκτώβριο του 2020.
Στο παρελθόν υπόθεση παραμέλησης των παιδιών
Στο μικροσκόπιο των Αρχών είχαν βρεθεί και στο παρελθόν οι συνθήκες εποπτείας των ανήλικων παιδιών της οικογένειας.
Σύμφωνα με την «Καθημερινή», οι δύο γονείς είχαν κατηγορηθεί για παραμέληση εποπτείας ανηλίκων, όταν το μεγαλύτερο παιδί τους εντοπίστηκε να έχει κλέψει κινητό τηλέφωνο, έχοντας μαζί του και το μικρότερο αδελφάκι του.
Η υπόθεση οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη και επιβλήθηκαν μέτρα εποπτείας, ενώ τα παιδιά τέθηκαν προσωρινά υπό προστατευτική φύλαξη. Μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος που είχε οριστεί δικαστικά, επέστρεψαν στην οικογενειακή κατοικία.
Πώς αποκαλύφθηκε η υπόθεση
Η υπόθεση ήρθε στο φως μετά από καταγγελία του ιδιοκτήτη διαμερίσματος βραχυχρόνιας μίσθωσης στην οδό Θάσου στην Κυψέλη. Ο ιδιοκτήτης είχε αναφέρει ότι η οικογένεια δεν είχε καταβάλει το αντίτιμο της διαμονής και αρνούνταν να εγκαταλείψει το ακίνητο.
Κατά την έρευνα των Αρχών στο διαμέρισμα εντοπίστηκε η σορός του βρέφους σε κατάσταση κατάψυξης, μέσα σε δοχείο που είχε τοποθετηθεί σε βαλίτσα.
Στον χώρο βρίσκονταν οι δύο γονείς, τα τρία ανήλικα παιδιά τους, καθώς και ένας 26χρονος Αφγανός, ο οποίος φέρεται να διατηρεί σχέση με τη 15χρονη κόρη της οικογένειας.
Έρευνα και για τα υπόλοιπα παιδιά
Παράλληλα με την έρευνα για τον θάνατο του βρέφους, οι Αρχές εξετάζουν και τις συνθήκες διαβίωσης των υπόλοιπων παιδιών.
Σε δύο από αυτά, τα οποία εξακολουθούν να βρίσκονται υπό καθεστώς προστατευτικής φύλαξης, διαπιστώθηκε σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες καλούνται να διαπιστώσουν πώς προέκυψε η μόλυνση, εξετάζοντας όλα τα ενδεχόμενα, μεταξύ των οποίων και πιθανή σεξουαλική κακοποίηση, χωρίς ωστόσο να έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί κάτι τέτοιο.
Παράλληλα, έχει διαταχθεί εξέταση DNA ώστε να διαπιστωθεί εάν οι δύο κρατούμενοι είναι πράγματι οι βιολογικοί γονείς και των τριών παιδιών, όπως υποστηρίζουν.