Στην οριστική επισφράγιση της αρχειοθέτησης για την υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων προχώρησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας. Με την από 27-04-2026 πράξη του, ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός απέρριψε το ενδεχόμενο ανάσυρσης της δικογραφίας, κρίνοντας ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την επανεξέταση των στοιχείων που οδήγησαν στο αρχικό αρχείο.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, τα δεδομένα που διαβιβάστηκαν από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν συνιστούν «νέα πραγματικά περιστατικά» ικανά να ανατρέψουν το προγενέστερο πόρισμα του αντεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση. Ο κ. Τζαβέλλας υπογραμμίζει ότι οι αναφορές σε ονόματα και ιδιότητες στελεχών εταιρειών που σχετίζονται με το Predator ήταν ήδη γνωστές και είχαν αξιολογηθεί διεξοδικά κατά την προκαταρκτική έρευνα, η οποία είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε καμία εμπλοκή κρατικής υπηρεσίας, όπως η ΕΥΠ ή η ΕΛ.ΑΣ.
Παράλληλα, ο Εισαγγελέας επισημαίνει ότι οι μαρτυρικές καταθέσεις που επικαλέστηκε το δικαστήριο, κυρίως από την πλευρά δημοσιογράφων, βασίστηκαν σε πηγές που παρέμειναν απόρρητες, γεγονός που περιορίζει τη βαρύτητά τους στο επίπεδο των υπονοιών και των εικασιών. Στην πράξη του τονίζει ότι η δικαιοσύνη δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε έναν ατέρμονα κύκλο πανομοιότυπων ερευνών χωρίς ουσιαστικά νέα ευρήματα, καθώς κάτι τέτοιο θα προκαλούσε δικαστική ανασφάλεια και θα καθυστερούσε την απονομή του δικαίου.
Με την εξέλιξη αυτή, το οιονεί δεδικασμένο του πορίσματος Ζήση παραμένει ισχυρό, περιορίζοντας την ποινική ευθύνη αποκλειστικά στους τέσσερις ιδιώτες που έχουν ήδη καταδικαστεί σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Η απόφαση καθιστά σαφές ότι η έρευνα για τυχόν συμμετοχή κρατικών λειτουργών ή περαιτέρω προσώπων θεωρείται λήξασα, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να στοιχειοθετήσουν νέα δίωξη.