Το κόστος που θα μπορούσαν να καταβάλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για την απόκτηση της Γροιλανδίας από τη Δανία εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 700 δισ. δολάρια, σύμφωνα με τρεις πηγές που μίλησαν στο NBC. Οι εκτιμήσεις αυτές εντάσσονται στον ευρύτερο σχεδιασμό της Ουάσινγκτον, την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ εντείνει τη ρητορική του υπέρ του αμερικανικού ελέγχου του νησιού. Το ποσό αντιστοιχεί σε πάνω από το μισό του ετήσιου προϋπολογισμού του αμερικανικού Πενταγώνου.
Παράλληλα, εξετάζεται και ένα εναλλακτικό σενάριο, που προβλέπει τη σύναψη συμφωνίας ελεύθερης σύνδεσης με τη Γροιλανδία, με αντάλλαγμα οικονομική ενίσχυση και ενισχυμένη αμερικανική παρουσία. Παρόμοιες συμφωνίες έχουν ήδη οι ΗΠΑ με τα Νησιά Μάρσαλ, τη Μικρονησία και το Παλάου. Μια τέτοια λύση θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τη στρατηγική στόχευση της Ουάσινγκτον στην Αρκτική με χαμηλότερο κόστος από μια πλήρη εξαγορά.
Η προοπτική αυτή συνδέεται με το ευρύτερο όραμα του Τραμπ για ενίσχυση της αμερικανικής επιρροής στο δυτικό ημισφαίριο, αλλά και με ανησυχίες ότι μια ενδεχόμενη ανεξαρτητοποίηση της Γροιλανδίας θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για αυξημένη ρωσική ή κινεζική παρουσία στην περιοχή, ιδίως λόγω της εκτεταμένης ακτογραμμής και της γεωστρατηγικής της θέσης.
Ιστορικά, οι σχέσεις ΗΠΑ–Δανίας γύρω από τη Γροιλανδία έχουν προηγούμενο: το 1916, όταν οι ΗΠΑ αγόρασαν δανικά νησιά στην Καραϊβική, αναγνώρισαν ταυτόχρονα τα δανικά συμφέροντα στη Γροιλανδία, βάσει της τότε συμφωνίας.
Την ίδια ώρα, στις Βρυξέλλες εντείνονται οι διαβουλεύσεις για την αποτροπή μιας κρίσης που θα μπορούσε να πλήξει τη συνοχή του ΝΑΤΟ και τη διατλαντική συμμαχία. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εξετάζουν σενάρια που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν από τον Τραμπ ως πολιτική «νίκη», όπως αυξημένες επενδύσεις στην ασφάλεια της Αρκτικής και πρόσβαση των ΗΠΑ στον ορυκτό πλούτο της Γροιλανδίας, σε συνδυασμό με ενίσχυση της νατοϊκής παρουσίας στην περιοχή.
Ωστόσο, η αξιοποίηση των φυσικών πόρων παραμένει αβέβαιη, καθώς οι εξορυκτικές δραστηριότητες στο νησί είναι περιορισμένες και απαιτούν υψηλό κόστος επενδύσεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει πάντως να αυξήσει τη χρηματοδοτική στήριξη προς τη Γροιλανδία στον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο κοινών έργων με τις ΗΠΑ.
Το ενδεχόμενο αμερικανικής επέμβασης σε έδαφος που συνδέεται με κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ προκαλεί έντονη ανησυχία στους Ευρωπαίους ηγέτες, οι οποίοι προειδοποιούν ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε σοβαρό πλήγμα στη μεταπολεμική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ ίσως χρειαστεί να επιλέξουν μεταξύ της διατήρησης του ΝΑΤΟ και του ελέγχου της Γροιλανδίας.
Σε αυτό το κλίμα, ο Αμερικανός πρόεδρος επανήλθε με νέες δηλώσεις, υποστηρίζοντας ότι η Ουάσινγκτον πρέπει να «πάρει τον έλεγχο» του νησιού και καλώντας το ΝΑΤΟ να πιέσει τη Δανία να απομακρύνει ρωσική και κινεζική επιρροή από την περιοχή. Οι τοποθετήσεις του έγιναν λίγες ώρες πριν από κρίσιμες συναντήσεις στον Λευκό Οίκο με τη συμμετοχή ανώτατων Αμερικανών αξιωματούχων και εκπροσώπων της Δανίας και της Γροιλανδίας.
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση της Γροιλανδίας απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε σενάριο προσάρτησης, τονίζοντας το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και ξεκαθαρίζοντας ότι, σε περίπτωση διλήμματος, το νησί παραμένει προσανατολισμένο προς τη Δανία, επιδιώκοντας ταυτόχρονα πιο ισορροπημένες σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.