Για δεκαετίες, η Ευρώπη καλλιέργησε την εικόνα της δύναμης που υπερασπίζεται τον πολυμερισμό, το διεθνές δίκαιο και τη «διπλωματία αρχών». Η κρίση της Γροιλανδίας, ωστόσο, ανέδειξε μια πιο άβολη πραγματικότητα: η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναθέσει σε τρίτους τη στρατηγική της ασφάλεια σε τέτοιο βαθμό, ώστε πλέον δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως γεωπολιτικός δρών.
Το σοκ στις Βρυξέλλες δεν αφορά μόνο την αυξημένη αμερικανική κινητικότητα στην Αρκτική, αλλά τη συνειδητοποίηση ότι η Ευρώπη στερείται δικού της στρατηγικού λεξιλογίου – και αυτό δεν είναι καινούργιο φαινόμενο.
Η εξέλιξη αυτή είναι προϊόν μιας μακράς ιστορικής πορείας. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη ανοικοδομήθηκε με τη βοήθεια του Σχεδίου Μάρσαλ και προστατεύθηκε στρατιωτικά κάτω από την ομπρέλα του ΝΑΤΟ. Σταδιακά, εσωτερίκευσε την αντίληψη ότι η «σκληρή» ασφάλεια ανήκει αποκλειστικά στην αμερικανική σφαίρα ευθύνης. Έτσι, η ΕΕ εξελίχθηκε σε ρυθμιστική υπερδύναμη, ισχυρό εμπορικό παίκτη και πρωτοπόρο στην κλιματική πολιτική, χωρίς όμως να μετατραπεί ποτέ σε αυτόνομο στρατηγικό παράγοντα. Η Γροιλανδία απλώς αποκάλυψε μια ήδη υπάρχουσα αδυναμία: την τάση της Ευρώπης να παρακολουθεί κρίσεις που επηρεάζουν άμεσα το μέλλον της.
Η αντίθεση ανάμεσα στην οικονομική αυτοπεποίθηση και τη στρατηγική επιφυλακτικότητα της Ευρώπης είναι πλέον έντονη. Τα τελευταία χρόνια, οι Βρυξέλλες κινήθηκαν με αξιοσημείωτη ταχύτητα για την προώθηση μεγάλων εμπορικών συμφωνιών, από την αναβίωση της Mercosur έως τη διαπραγμάτευση συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία. Στο εμπόριο, η Ευρώπη μιλά με μία φωνή, υπερασπίζεται τα συμφέροντά της και προβάλλει ισχύ.
Όταν όμως η συζήτηση στρέφεται στην ασφάλεια –στη Ρωσία, στην Αρκτική, στο ΝΑΤΟ ή στο μέλλον της διατλαντικής σχέσης– η αυτοπεποίθηση αυτή εξαφανίζεται. Κυριαρχούν η επιφυλακτικότητα, η αναζήτηση συναίνεσης και η αναμονή αμερικανικών πρωτοβουλιών. Η στάση της ΕΕ απέναντι στην αμερικανική παρέμβαση στη Βενεζουέλα θα έπρεπε να είχε λειτουργήσει ως προειδοποίηση για αυτή τη στρατηγική αμηχανία.
Αναλυτές, όπως ο Κισόρ Μαχμπουμπάνι, έχουν περιγράψει με ωμό τρόπο την ευρωπαϊκή εξάρτηση, υποστηρίζοντας ότι η ήπειρος έχει συνηθίσει να ακολουθεί την Ουάσινγκτον, χάνοντας την ικανότητα ανεξάρτητης στρατηγικής σκέψης. Κατά την άποψή του, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αντιμετωπίζουν τις συμμαχίες όχι ως εργαλεία πολιτικής, αλλά ως ιερές σταθερές, φοβούμενες περισσότερο τη δυσαρέσκεια των ΗΠΑ παρά τη γεωπολιτική περιθωριοποίηση.
Η στάση αυτή έγινε εμφανής και στην κρίση Ρωσίας–Ουκρανίας. Παρότι πρόκειται για ζήτημα που αφορά άμεσα την ευρωπαϊκή ασφάλεια, η ΕΕ συμπεριφέρθηκε σαν να χρειάζεται «εξωτερική εποπτεία», αφήνοντας την πρωτοβουλία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν επρόκειτο για έλλειψη μέσων ή δυνατοτήτων, αλλά για έλλειψη στρατηγικής αυτοαντίληψης.
Η κρίση της Γροιλανδίας επαναφέρει αυτό το πρόβλημα στο προσκήνιο. Αν οι ΗΠΑ μπορούν να επανακαθορίζουν μονομερώς τις προτεραιότητες του ΝΑΤΟ και να δρουν χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή συμμετοχή, τότε το ερώτημα δεν είναι αν η Συμμαχία δοκιμάζεται, αλλά αν η Ευρώπη διαθέτει πραγματικό λόγο μέσα σε αυτήν. Το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι δεν έχουν ακόμη ανοίξει απευθείας διάλογο με τη Ρωσία για την αρχιτεκτονική ασφάλειας της ηπείρου τους ενισχύει την εικόνα μιας δομικής εξάρτησης.
Η ουσία, όπως δείχνει και το ουκρανικό ζήτημα, είναι βαθύτερη: αν η Ευρώπη δεν μπορεί να αποφασίσει για το μέλλον της ίδιας της γειτονιάς της, τότε το πρόβλημα δεν είναι η Γροιλανδία, αλλά η αδυναμία της να φανταστεί τον εαυτό της ως γεωπολιτικό παίκτη.
Η ΕΕ βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Μπορεί να συνεχίσει να βασίζεται στην αμερικανική προστασία, ελπίζοντας ότι τα συμφέροντα της Ουάσινγκτον θα ταυτίζονται πάντα με τα δικά της. Ή μπορεί να επιχειρήσει να ανακτήσει τη στρατηγική αυτονομία που εγκατέλειψε μετά το 1945. Αυτό, όμως, προϋποθέτει όχι μόνο περισσότερες αμυντικές δαπάνες, αλλά και μια βαθιά αλλαγή νοοτροπίας.
Η κρίση της Γροιλανδίας δεν είναι απλώς μια ακόμη γεωπολιτική δοκιμασία. Είναι μια δοκιμασία ταυτότητας. Και το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: θα επιλέξει η Ευρώπη για άλλη μια φορά τη στρατηγική σιωπή ή θα βρει το θάρρος να σταθεί στα δικά της πόδια; Σε έναν κόσμο όπου η αμερικανική ισχύς δεν είναι πλέον δεδομένα σταθεροποιητική, η απραξία ενδέχεται να αποδειχθεί το ακριβότερο τίμημα.