Η απόφαση της Ουκρανίας να χαρακτηρίσει τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC) ως τρομοκρατική οργάνωση δεν αποτελεί μια απλή συμβολική κίνηση. Αντίθετα, συνιστά μια σαφή πολιτική δήλωση σε μια περίοδο όπου η διεθνής σκηνή συχνά θολώνει τα όρια ανάμεσα στον θύτη και το θύμα.
Το Κίεβο αναγνωρίζει ότι οι απειλές που αντιμετωπίζει δεν είναι αποσπασματικές, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλέγμα αυταρχικής επιθετικότητας που εκτείνεται από την Ανατολική Ευρώπη έως τη Μέση Ανατολή. Μετά από αυτό το βήμα, καλείται πλέον να προχωρήσει με συνέπεια, ευθυγραμμίζοντας πιο καθαρά τη στάση του με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως στα ζητήματα της Μέσης Ανατολής.
Για τους Ουκρανούς, ο ρόλος του ιρανικού καθεστώτος δεν είναι θεωρητικός. Ιρανικά drones έχουν πλήξει αμάχους, έχουν καταστρέψει κρίσιμες υποδομές και έχουν μετατραπεί σε όπλα τρόμου στον πόλεμο που διεξάγει η Ρωσία. Οι Φρουροί της Επανάστασης δεν λειτουργούν απλώς ως εσωτερικός μηχανισμός ασφαλείας ή περιφερειακός παίκτης, αλλά ως κεντρικός φορέας εξαγωγής βίας, αποσταθεροποίησης και πολέμων μέσω αντιπροσώπων. Η επίσημη αναγνώρισή τους ως τρομοκρατικής οργάνωσης σηματοδοτεί την αποδοχή αυτής της πραγματικότητας, χωρίς ωραιοποιήσεις.
Η ίδια λογική οδηγεί αναπόφευκτα σε μια πιο ξεκάθαρη στάση απέναντι στο Ισραήλ. Για δεκαετίες, το Ισραήλ ζει υπό τη συνεχή απειλή οργανώσεων που υποστηρίζονται, εξοπλίζονται και χρηματοδοτούνται από την Τεχεράνη, όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς. Το ίδιο δίκτυο που στρέφεται κατά ισραηλινών πολιτών τροφοδοτεί σήμερα τη ρωσική πολεμική μηχανή. Αν και οι συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή διαφέρουν, η στρατηγική στόχευση πίσω τους παραμένει κοινή: η υπονόμευση της δημοκρατικής κυριαρχίας μέσω βίας και εκφοβισμού.
Υπάρχουν φωνές που υποστηρίζουν ότι η Ουκρανία θα έπρεπε να διατηρήσει αποστάσεις στη Μέση Ανατολή, προκειμένου να μη διαταράξει τις διπλωματικές της ισορροπίες. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση συγχέει την ουδετερότητα με την ασφάλεια. Η εμπειρία της Ουκρανίας, ιδιαίτερα μετά το 2014 και το 2022, δείχνει ότι η ασάφεια απέναντι στην οργανωμένη βία δεν προστατεύει, αλλά ενθαρρύνει την επιθετικότητα.
Η ηθική σαφήνεια δεν αποκλείει την πολυπλοκότητα, αλλά απορρίπτει την εξίσωση θύτη και θύματος. Η Ουκρανία, έχοντας βιώσει τις συνέπειες μιας εξωτερικής επίθεσης, μπορεί να αρθρώσει μια συνεκτική θέση υπέρ της προστασίας των αμάχων, της απόρριψης της τρομοκρατίας ως πολιτικού εργαλείου και της ανάληψης ευθύνης από ένοπλες οργανώσεις που δρουν μέσα σε αστικούς πληθυσμούς.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο βασικός πυλώνας της διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφάλειας των δημοκρατιών, με καθοριστικό ρόλο στη στήριξη της Ουκρανίας. Το Ισραήλ, από την πλευρά του, αποτελεί παράδειγμα ανθεκτικότητας ενός μικρού δημοκρατικού κράτους που συνδυάζει στρατιωτική ισχύ, τεχνολογική υπεροχή και κοινωνική συνοχή υπό διαρκή απειλή. Για το Κίεβο, η στενότερη συνεργασία με αμφότερους δεν είναι απλώς ζήτημα πολιτικής ταύτισης, αλλά στρατηγική επένδυση.
Η Μέση Ανατολή αφορά άμεσα την Ουκρανία, καθώς οι σύγχρονες συγκρούσεις είναι αλληλένδετες. Η ρωσική παρουσία στη Συρία, η ιρανική επιρροή στην περιοχή και η εργαλειοποίηση της ενέργειας, των τροφίμων και των μεταναστευτικών ροών επηρεάζουν άμεσα την ευρωπαϊκή σταθερότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η αντίσταση του Ισραήλ στην ιρανική διείσδυση και οι αμερικανικές προσπάθειες περιορισμού του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος λειτουργούν αποτρεπτικά και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η Ουκρανία, επομένως, καλείται να τοποθετηθεί χωρίς περιστροφές υπέρ του δικαιώματος του Ισραήλ στην αυτοάμυνα, υπέρ της αμερικανικής ηγεσίας απέναντι σε αυταρχικά καθεστώτα και υπέρ μιας διεθνούς τάξης που δεν βαφτίζει την τρομοκρατία «αντίσταση». Αυτή η στάση οφείλει να αποτυπώνεται σε διεθνείς ψηφοφορίες, στη δημόσια διπλωματία και στη στρατηγική συνεργασία.
Παρά τις προειδοποιήσεις ότι μια τέτοια επιλογή μπορεί να προκαλέσει τριβές, η ηγεσία δεν μετριέται από την απουσία αντιδράσεων, αλλά από τη συνέπεια λόγων και πράξεων. Η αναγνώριση των IRGC ως τρομοκρατικής οργάνωσης ήταν ένα γενναίο πρώτο βήμα. Μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τη βάση για μια πιο συνεκτική εξωτερική πολιτική, που θα ενισχύσει τόσο την ασφάλεια της Ουκρανίας όσο και τον ευρύτερο αγώνα των δημοκρατιών απέναντι στη βία και τον αυταρχισμό.