Η υπόθεση κατασκοπείας που συγκλονίζει τις Ένοπλες Δυνάμεις φέρνει στο φως τη μεθοδική στρατολόγηση ενός 54χρονου σμηνάρχου από τις κινεζικές μυστικές υπηρεσίες, με τον αξιωματικό να αναμένεται να απολογηθεί στον στρατιωτικό εισαγγελέα την Τρίτη.
Η δράση του, η οποία αποκαλύφθηκε μετά από πληροφορίες της CIA προς την ΕΥΠ, ξεκίνησε πριν από δύο χρόνια μέσω διαδικτυακής εφαρμογής. Σταδιακά, οι Κινέζοι «χειριστές» τον παγίδευσαν ζητώντας αρχικά απλές συμβουλές με το αζημίωτο, γεγονός που αποτέλεσε τον προθάλαμο για την πλήρη εμπλοκή του.
Κομβικό σημείο στην εξέλιξη της υπόθεσης υπήρξε το ταξίδι που πραγματοποίησε ο σμήναρχος στην Κίνα. Εκεί, μακριά από τα βλέμματα των ελληνικών αρχών, ήρθε σε άμεση επαφή με τον Κινέζο «στρατολόγο» του, ο οποίος οριστικοποίησε τη συνεργασία τους και έθεσε το πλαίσιο για τη συλλογή των πληροφοριών.
Μετά την επιστροφή του, η επικοινωνία συνεχίστηκε με άκρως επαγγελματικό τρόπο, καθώς ο Κινέζος πράκτορας ταξίδεψε στην Ελλάδα για να του παραδώσει διά ζώσης μια ειδική συσκευή κρυπτογράφησης με εξειδικευμένο λογισμικό.
Εκμεταλλευόμενος την εξειδίκευσή του στις τηλεπικοινωνίες και την πρόσβασή του σε διαβαθμισμένα προγράμματα του ΝΑΤΟ και της Πολεμικής Αεροπορίας, ο 54χρονος φέρεται να διοχέτευε κρίσιμες πληροφορίες για ιπτάμενα ραντάρ και λογισμικά υψηλής τεχνολογίας, τα οποία φωτογράφιζε και απέστελλε μέσω της κρυπτογραφημένης συσκευής. Το κίνητρο του σμηνάρχου, όπως ο ίδιος ομολόγησε, ήταν καθαρά οικονομικό, ζητώντας μάλιστα οι αμοιβές του να καταβάλλονται στο κινεζικό νόμισμα γουάν.
Η έρευνα της ΕΥΠ και του ΓΕΕΘΑ παραμένει σε εξέλιξη, καθώς υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη δύο ακόμη ατόμων που ο κατηγορούμενος επιχείρησε να εντάξει στο δίκτυο, ενώ η υπόθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντικατασκοπείας στην Ευρώπη για την ανάσχεση της κινεζικής διείσδυσης σε στρατιωτικές υποδομές.