Η απόφαση του Πενταγώνου, στις 10 Φεβρουαρίου, να αποστείλει 200 στρατιώτες στη Νιγηρία για την εκπαίδευση τοπικών δυνάμεων κατά των τζιχαντιστών σηματοδοτεί νέα φάση στην αμερικανική παρουσία στη Δυτική Αφρική.
Η αποστολή προστίθεται σε μικρότερο κλιμάκιο που ήδη υποστηρίζει επιχειρήσεις πληροφοριών του νιγηριανού στρατού και ακολουθεί την εντολή του Ντόναλντ Τραμπ για αεροπορικό πλήγμα ανήμερα τα Χριστούγεννα του 2025 κατά της οργάνωσης Lakurawa στη βορειοδυτική Νιγηρία.
Η Ουάσιγκτον διαβεβαιώνει ότι δεν θα συμμετάσχει άμεσα σε πολεμικές επιχειρήσεις ούτε επιδιώκει μόνιμες βάσεις στη Δυτική Αφρική. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι ακόμη και περιορισμένες αναπτύξεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε επικίνδυνη εμπλοκή, ιδίως καθώς η United States Africa Command (AFRICOM) επιχειρεί να αναπληρώσει την απώλεια της βάσης της στον Νίγηρα το 2024 και να διατηρήσει επιρροή στην περιοχή.
Στρατηγικά και πολιτικά κίνητρα
Η Νιγηρία παραμένει χώρα ιδιαίτερης γεωπολιτικής βαρύτητας: διαθέτει κρίσιμα ορυκτά για τον ανταγωνισμό με την Κίνα, αντιπροσωπεύει περίπου το 20% της οικονομίας της υποσαχάριας Αφρικής και αναμένεται να φθάσει τα 400 εκατομμύρια κατοίκους έως το 2050. Παράλληλα, ο Τραμπ έχει επενδύσει πολιτικά στη ρητορική περί «χριστιανικής γενοκτονίας», υποσχόμενος νέα πλήγματα αν συνεχιστούν οι επιθέσεις.
Παρά τις αντικρουόμενες αναφορές για τα αποτελέσματα του χτυπήματος της 25ης Δεκεμβρίου —με ορισμένες πηγές να κάνουν λόγο για άδεια στρατόπεδα και άλλες για πάνω από 150 νεκρούς— η Lakurawa συνέχισε τη δράση της. Αν και κάποιοι τη συνδέουν με το Ισλαμικό Κράτος στο Σαχέλ, η οργάνωση αριθμεί περίπου 200 μέλη και δεν διαθέτει δυνατότητα ευρείας κλίμακας επιχειρήσεων.
Εσφαλμένες εκτιμήσεις και περίπλοκες αιτίες
Ειδικοί επισημαίνουν ότι οι περισσότερες επιθέσεις κατά χριστιανών σημειώνονται στη λεγόμενη «Middle Belt» της Νιγηρίας, ενώ τα ισχυρότερα τζιχαντιστικά κινήματα εδρεύουν στα βορειοανατολικά. Παράλληλα, η βία συνδέεται στενά με παράγοντες όπως η φτώχεια, οι συγκρούσεις για γη και νερό, οι εθνοτικές εντάσεις, η κλιματική αλλαγή, η διαφθορά και οι πολιτικές αντιπαλότητες — διαστάσεις που η αμερικανική προσέγγιση συχνά παραβλέπει.
Η κυβέρνηση της Νιγηρίας έχει απορρίψει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς περί «χριστιανικής γενοκτονίας», χαρακτηρίζοντάς τους αβάσιμους και διχαστικούς. Αν και συνεργάζεται με τις ΗΠΑ για να αποφύγει κυρώσεις και διπλωματικές εντάσεις, παραμένει επιφυλακτική απέναντι στη στρατηγική της Ουάσιγκτον.
Κίνδυνος αποσταθεροποίησης
Η ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας ενδέχεται να τροφοδοτήσει την προπαγάνδα των τζιχαντιστών και να ενισχύσει τη στρατολόγηση. Επιπλέον, σε μια χώρα 240 εκατομμυρίων κατοίκων —με περίπου 56% μουσουλμάνους και 43% χριστιανούς— η όξυνση της θρησκευτικής ρητορικής μπορεί να οξύνει τις εσωτερικές εντάσεις.
Αναλυτές προειδοποιούν επίσης ότι βαθύτερη εμπλοκή θα μπορούσε να αποδυναμώσει τη δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης, αυξάνοντας τον κίνδυνο στρατιωτικής ανατροπής, όπως έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια σε χώρες του Σαχέλ, μεταξύ αυτών ο Νίγηρας και το Μάλι.
Η Νιγηρία ήδη αντιμετωπίζει σοβαρή ανθρωπιστική κρίση με περίπου 2 εκατομμύρια πρόσφυγες και εκτοπισμένους. Μια περαιτέρω κλιμάκωση θα μπορούσε να μετατρέψει τη χώρα σε πόλο έλξης περιφερειακών τρομοκρατικών δικτύων και να διευρύνει την αποσταθεροποίηση στη Δυτική Αφρική.
Αν και η παροχή πληροφοριών και εξοπλισμού μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό τοπικών απειλών, ειδικοί τονίζουν ότι η Ουάσιγκτον οφείλει να διασφαλίσει πως η υποστήριξή της δεν θα δημιουργήσει δυναμική για ολοένα και βαθύτερη στρατιωτική εμπλοκή.