Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου, η Άγκυρα και η Ουάσιγκτον βρίσκονται σε διαδικασία διαπραγμάτευσης για τη σύναψη μιας εκτενούς ενεργειακής και αμυντικής συμφωνίας, το ύψος της οποίας ενδέχεται να αγγίξει τα 500 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η προτεινόμενη συνεργασία συνδέει τις αμερικανικές επενδύσεις στον τομέα της ενέργειας με την επίλυση του χρονίζοντος ζητήματος της προμήθειας των μαχητικών αεροσκαφών F-35 από την Τουρκία, αντανακλώντας τη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για μια εξωτερική πολιτική με έντονο οικονομικό προσανατολισμό.
Το πλαίσιο της συμφωνίας προβλέπει τη συμμετοχή αμερικανικών ενεργειακών ομίλων σε προγράμματα έρευνας και παραγωγής υδρογονανθράκων, καθώς και στην ανάπτυξη υποδομών μεταφοράς εντός της τουρκικής θαλάσσιας δικαιοδοσίας στην Ανατολική Μεσόγειο, με προεκτάσεις σε έργα στη Συρία και τη Λιβύη.
Παράλληλα, εξετάζεται η διοχέτευση αμερικανικών κεφαλαίων για την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Τουρκίας. Εφόσον οι συνομιλίες τελεσφορήσουν, η υπογραφή της συμφωνίας τοποθετείται χρονικά στις 7-8 Ιουλίου, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, εξέλιξη που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την οριστική επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Η συγκεκριμένη προοπτική επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη διευθέτησης του ζητήματος των ρωσικών συστημάτων S-400, η απόκτηση των οποίων είχε οδηγήσει στον αποκλεισμό της Άγκυρας από το πρόγραμμα των μαχητικών το 2019. Αν και δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση, πληροφορίες αναφέρουν ότι εξετάζονται διάφορα σενάρια για τη διαχείριση του ρωσικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας απομάκρυνσής του από το τουρκικό έδαφος. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη Τομ Μπάρακ ενισχύουν την εκτίμηση ότι οι δύο πλευρές αναζητούν μια αμοιβαία αποδεκτή τεχνική και πολιτική λύση εντός των επόμενων μηνών.
Παρά τη δυναμική των συνομιλιών, η διαφαινόμενη προσέγγιση Ουάσιγκτον-Άγκυρας παρακολουθείται στενά από την Αθήνα και το Τελ Αβίβ. Η έμφαση της αμερικανικής πλευράς σε επιχειρηματικές συμφωνίες μεγάλης κλίμακας δημιουργεί νέα δεδομένα στην περιοχή, καθιστώντας αναγκαία την επαναξιολόγηση των ισορροπιών ισχύος και των υφιστάμενων ενεργειακών και αμυντικών συμμαχιών στην Ανατολική Μεσόγειο.