Στην Ελλάδα επιμένει εδώ και χρόνια μια βολική αυταπάτη: Ότι το πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι κυρίως ο Ερντογάν και ότι μια ενδεχόμενη αλλαγή εξουσίας στην Άγκυρα θα οδηγούσε αυτομάτως σε πιο ήπιες και προβλέψιμες σχέσεις με την Ελλάδα. Η πραγματικότητα, που αποκαλύπτουν οι τελευταίες εξελίξεις, είναι πολύ διαφορετική και πολύ πιο ανησυχητική.
Τις τελευταίες ημέρες η κεμαλική αντιπολίτευση στην Τουρκία προχώρησε σ’ ένα νέο ανθελληνικό παραλήρημα, κατηγορώντας τον Ερντογάν ότι δεν αντέδρασε επαρκώς στις κινήσεις της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο. Αφορμή αποτέλεσε η αποστολή δύο ελληνικών φρεγατών και τεσσάρων μαχητικών F-16 Viper στην Κύπρο, καθώς και η εγκατάσταση συστοιχιών αντιαεροπορικής άμυνας Patriot στην Κάρπαθο και στην βόρεια Ελλάδα.
Η αντίδραση της κεμαλικής αντιπολίτευσης δεν κινήθηκε στη λογική της αποκλιμάκωσης. Αντίθετα, ξεκίνησε ένας ιδιότυπος εθνικιστικός πλειστηριασμός, με το CHP (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα) να κατηγορεί ανοιχτά την κυβέρνηση, ότι επιδεικνύει «αδράνεια» και ότι έχει αφήσει την Τουρκία χωρίς επαρκή αντιβαλλιστική προστασία, εξαιτίας της εμμονής της στην αγορά του ρωσικού συστήματος S-400.
Η παγίδα του «προοδευτισμού»
Εδώ έγκειται η μεγάλη παρεξήγηση. Για την τουρκική αντιπολίτευση, ο όρος «προοδευτικός» αφορά σχεδόν αποκλειστικά τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, όχι τις θέσεις της στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής χωρίς αναθεωρητική βάση.
Στα εθνικά θέματα, η αντιπολίτευση δεν επιδιώκει τη μείωση της έντασης, αλλά κατηγορεί τον Ερντογάν ότι είναι… «υποχωρητικός» και ότι… «ανέχεται» την παρουσία ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και της Δωδεκανήσου.
Η πίεση αυτή εγκλωβίζει τον Ερντογάν. Για να μην εμφανιστεί αδύναμος απέναντι στο εθνικιστικό ακροατήριο, που αποτελεί την βάση του, ο Τούρκος Πρόεδρος αναγκάζεται να σκληρύνει περαιτέρω τη στάση του. Έτσι, με σαφή καθυστέρηση, προχώρησε σε κινήσεις αντιπερισπασμού, στέλνοντας τέσσερα τουρκικά μαχητικά στα κατεχόμενα της Κύπρου, ενώ τα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας εξέδωσαν νέες προκλητικές ανακοινώσεις.
Το επεισόδιο αυτό αποκαλύπτει ότι το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν είναι ένα εφήμερο ιδεολόγημα του Ερντογάν. Είναι ένα βαθύ στρατηγικό σχέδιο, που γεννήθηκε στους κόλπους της κεμαλικής-ευρασιατικής στρατιωτικής ελίτ και υιοθετήθηκε πλήρως από τη σημερινή ηγεσία της Τουρκίας.
Η συγκυρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς σήμερα, Δευτέρα 9 Μαρτίου, (που δημοσιεύεται το παρόν άρθρο),ξεκινά στην Κωνσταντινούπολη η νέα δίκη του φυλακισμένου δημάρχου Εκρέμ Ιμάμογλου. Στη Δύση, ο Ιμάμογλου παρουσιάζεται συχνά ως το «φιλελεύθερο» αντίβαρο στον Ερντογάν.
Ωστόσο, η Δύση εθελοτυφλεί: Στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, οι θέσεις του Ιμάμογλου και του κόμματός του δεν αποκλίνουν από το εθνικιστικό πλαίσιο, που χαρακτηρίζει διαχρονικά το τουρκικό κράτος. Για την Άγκυρα, η Ελλάδα αποτελεί τον «βολικό εχθρό», που ενώνει το εσωτερικό μέτωπο, ειδικά σε περιόδους βαθιάς οικονομικής κρίσης.
Η σκληρή πραγματικότητα
Η πραγματικότητα είναι ότι το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι μόνο ο Ερντογάν. Είναι μια βαθιά ριζωμένη στρατηγική αντίληψη στο τουρκικό πολιτικό σύστημα -από τους ισλαμιστές μέχρι τους κεμαλιστές- σύμφωνα με την οποία Αιγαίο, Κύπρος και Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν πεδίο αναθεώρησης και γεωπολιτικής διεκδίκησης.
Όσοι στην Αθήνα ονειρεύονται μια «βελούδινη» μετάβαση σε μια μετα-Ερντογάν εποχή, κινδυνεύουν να βρεθούν προ δυσάρεστης εκπλήξεως. Οι κυβερνήσεις στην Άγκυρα μπορεί να αλλάζουν πρόσωπα, αλλά ο τουρκικός αναθεωρητισμός διαθέτει εντυπωσιακή θεσμική μνήμη και συνέχεια. Αν ο Ερντογάν είναι το πρόβλημα, η «προοδευτική» αντιπολίτευση δείχνει έτοιμη να γίνει η ακόμη πιο σκληρή εκδοχή του. Το ερώτημα δεν είναι πότε θα αλλάξει ο ένοικος στο «Λευκό Σεράι», αλλά αν η Ελλάδα είναι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει μια Τουρκία, που θα παραμένει διεκδικητική, όποιο όνομα κι αν φέρει ο επόμενος «Σουλτάνος» ή ο επόμενος… «Μεταρρυθμιστής»!
Πηγή: tomanifesto.gr