Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εμφανίζονται έτοιμα να συνδράμουν στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες και συμμάχους τους για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, ακόμη και με τη χρήση βίας, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal. Μια τέτοια εξέλιξη θα σηματοδοτούσε την πρώτη άμεση εμπλοκή χώρας του Περσικού Κόλπου στη σύγκρουση με το Ιράν.
Όπως αναφέρεται, τα Εμιράτα προωθούν την υιοθέτηση σχετικού ψηφίσματος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, επιδιώκοντας τη συγκρότηση διεθνούς συνασπισμού με συμμετοχή δυνάμεων από Ευρώπη και Ασία. Παράλληλα, εξετάζουν πρακτικούς τρόπους συνδρομής, όπως επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκών και υποστήριξη στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.
Στο ίδιο πλαίσιο, φέρονται να εισηγούνται την κατάληψη στρατηγικών νησιών στην περιοχή, όπως το Άμπου Μούσα, που ελέγχεται από το Ιράν αλλά διεκδικείται από τα ΗΑΕ εδώ και δεκαετίες.
Σε επίσημη τοποθέτησή του, το υπουργείο Εξωτερικών των Εμιράτων έκανε λόγο για ευρεία διεθνή συναίνεση υπέρ της διατήρησης της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, επικαλούμενο σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ και του Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός.
Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι και άλλες χώρες της περιοχής, όπως η Σαουδική Αραβία και το Μπαχρέιν, υιοθετούν πιο σκληρή στάση έναντι της Τεχεράνης, αν και δεν έχουν ακόμη δεσμεύσει στρατιωτικές δυνάμεις. Το Μπαχρέιν, μάλιστα, προωθεί το σχετικό ψήφισμα στον ΟΗΕ.
Η μεταστροφή των ΗΑΕ συνιστά σημαντική αλλαγή στρατηγικής, καθώς στο παρελθόν διατηρούσαν πιο ισορροπημένη στάση και επιχειρούσαν να διαδραματίσουν διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης. Πλέον, ευθυγραμμίζονται περισσότερο με την πίεση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ προς τους συμμάχους για ενεργότερη συμμετοχή.
Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι μια τέτοια εμπλοκή ενέχει σοβαρούς κινδύνους, καθώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση, πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές και μακροχρόνια επιδείνωση των σχέσεων με το Ιράν.
Παρά τις πιθανές αντιδράσεις από χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα στο Συμβούλιο Ασφαλείας, τα ΗΑΕ φέρονται διατεθειμένα να συμμετάσχουν σε επιχείρηση ακόμη και χωρίς διεθνή εντολή, αξιοποιώντας τις στρατιωτικές τους υποδομές και δυνατότητες στο πλαίσιο μιας επιχείρησης υπό αμερικανική ηγεσία.