Η κλιμάκωση των επιθέσεων από ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές εναντίον στρατηγικών υποδομών στη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν φαίνεται να εξαντλεί την υπομονή των μοναρχιών του Κόλπου, οι οποίες προετοιμάζουν πλέον τη δική τους δυναμική απάντηση.
Με στόχους όπως το διυλιστήριο του Γιανμπού και το αεροδρόμιο του Κουβέιτ, οι οργανώσεις αυτές λειτουργούν ως το «μακρύ χέρι» της Τεχεράνης στην περιοχή, εκμεταλλευόμενες το γεγονός ότι αποτελούν ένα άτυπο «κράτος εν κράτει» εντός του Ιράκ.
Το πολιτικό οξύμωρο που ταλανίζει τη Βαγδάτη είναι ότι οι δυνάμεις αυτές, αν και θεωρητικά υπάγονται στην κεντρική διοίκηση, ελέγχονται από τα ίδια πολιτικά κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση του Μοχάμεντ αλ-Σουντανί.
Με περισσότερα από 200.000 μέλη και έναν προϋπολογισμό που αγγίζει τα 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια από τον κρατικό κορβανά –συν τα έσοδα από το λαθρεμπόριο πετρελαίου– οι πολιτοφυλακές διαθέτουν πλέον βαλλιστικούς πυραύλους και drones που τους έχει προμηθεύσει το Ιράν.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Σαουδική Αραβία είναι πιθανό να ξεκινήσει σύντομα στοχευμένες αεροπορικές επιδρομές στο ιρακινό έδαφος, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα τόσο στη Βαγδάτη όσο και στην Τεχεράνη. Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, πιέζει την ιρακινή κυβέρνηση να ξεκινήσει τον αφοπλισμό των πιο σκληροπυρηνικών ομάδων, ωστόσο το εγχείρημα φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο.
Για τις οργανώσεις αυτές, η επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος αποτελεί υπαρξιακή αναγκαιότητα, γεγονός που καθιστά το Ιράκ το επόμενο κρίσιμο μέτωπο στον ευρύτερο πόλεμο που συγκλονίζει τη Μέση Ανατολή.