Σε νέο πεδίο σφοδρής γεωπολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας εξελίσσεται η ακύρωση της επίσημης επίσκεψης του Προέδρου της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, στην Αφρική. Η κρίση ξέσπασε όταν οι Σεϋχέλλες, ο Μαυρίκιος και η Μαδαγασκάρη ανακάλεσαν αιφνιδιαστικά τις άδειες υπέρπτησης του προεδρικού αεροσκάφους προς το Εσουατίνι, έναν από τους τελευταίους διπλωματικούς συμμάχους της Ταϊπέι.
Πρόκειται για την πρώτη φορά που ηγέτης της Ταϊβάν αναγκάζεται να ματαιώσει ολόκληρο ταξίδι στο εξωτερικό λόγω άρνησης πρόσβασης στον εναέριο χώρο τρίτων χωρών.
Η Κίνα απέρριψε τις αιχμηρές επικρίσεις της Ουάσιγκτον, υποστηρίζοντας μέσω του εκπροσώπου του Υπουργείου Εξωτερικών, Γκουό Τζιακούν, ότι οι αφρικανικές χώρες έπραξαν ορθά σεβόμενες την αρχή της «Μίας Κίνας». Το Πεκίνο κατηγόρησε τις ΗΠΑ για παρέμβαση σε εσωτερικά ζητήματα, επιμένοντας πως η Ταϊβάν αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κινεζικής επικράτειας και αντιτίθεται σε κάθε μορφή επίσημης διεθνούς εκπροσώπησής της.
Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες, διά στόματος του Ρέιμοντ Γκριν, έκαναν λόγο για εκστρατεία οικονομικού και διπλωματικού εξαναγκασμού, καλώντας το Πεκίνο να σταματήσει τις πιέσεις και να επιδιώξει διάλογο με την εκλεγμένη ηγεσία της νήσου. Αντίστοιχες ανησυχίες εξέφρασαν η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο, βλέποντας μια επικίνδυνη στροφή στην κινεζική στρατηγική.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το περιστατικό αναδεικνύει μια νέα τακτική του Πεκίνου: την άσκηση πίεσης μέσω του ελέγχου των διεθνών οδών διέλευσης και των logistics, αντί της άμεσης στρατιωτικής δράσης. Για την Ταϊβάν, η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια αυξανόμενη διεθνή απομόνωση, καθώς ακόμη και οι έμμεσες οδοί διπλωματικής επικοινωνίας περιορίζονται, καθιστώντας το νησί «όμηρο» μιας ευρύτερης παγκόσμιας σύγκρουσης ισχύος.