Συνέντευξη Τύπου ενόψει της επανέναρξης της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών στις 27 Μαΐου παραχώρησε ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων, με τα μέλη του να τονίζουν ότι συνεχίζουν να αναζητούν απαντήσεις για τα αίτια της πολύνεκρης καταστροφής και ιδιαίτερα για τον θάνατο των επιβατών που απανθρακώθηκαν μετά τη σύγκρουση των τρένων.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, οι συγγενείς επικεντρώθηκαν κυρίως στους 27 επιβάτες που έχασαν τη ζωή τους από τη φωτιά που ακολούθησε το δυστύχημα, ζητώντας πλήρη διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες κάηκαν ζωντανοί.
Ο πρόεδρος του Συλλόγου, Παύλος Ασλανίδης, ανακοίνωσε ότι θα προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τις παραλείψεις που –όπως υποστηρίζει– υπήρξαν στη διερεύνηση της πυρκαγιάς.
«Είκοσι επτά απανθρακωμένα παιδιά, στην πλειοψηφία τους από τη Θεσσαλονίκη, φοιτητές, εργαζόμενοι, νέοι άνθρωποι. Πρέπει επιτέλους να μάθουμε από τι κάηκαν αυτά τα παιδιά», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, μέλη του Συλλόγου άσκησαν κριτική στην απόφαση της πρώην προέδρου του Συλλόγου, Μαρίας Καρυστιανού, να προχωρήσει στην ίδρυση πολιτικού κόμματος, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη «αποπροσανατολιστική» για την πορεία της υπόθεσης.
«Οτιδήποτε αναφορά γίνεται από συγγενή θύματος που κάνει κόμμα ή θέλει να κάνει κάτι άλλο, δεν βοηθάει στην πορεία της υπόθεσης», ανέφερε ο Παύλος Ασλανίδης.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η γραμματέας του Συλλόγου, Ελένη Βασάρα, η οποία υποστήριξε ότι ο Σύλλογος δεν μπορεί να μετατραπεί σε «όχημα προσωπικών ή πολιτικών φιλοδοξιών».
Την ίδια ώρα, ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αναβάθμισης της αίθουσας «Γαιόπολις», όπου θα διεξαχθεί η επόμενη συνεδρίαση της δίκης στις 27 Μαΐου.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας, Τρύφο Τσατσαρό, η αίθουσα επεκτάθηκε από 283 σε 452 τετραγωνικά μέτρα, ενώ προστέθηκαν και περίπου 100 επιπλέον θέσεις για την καλύτερη διεξαγωγή της διαδικασίας.
Όπως ανέφερε, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση των συνθηκών της δίκης, αν και –όπως σημείωσε– η αποτελεσματικότητά τους θα κριθεί στην πράξη.
Ωστόσο, συγγενείς θυμάτων εξακολουθούν να θεωρούν ότι ο χώρος παραμένει ακατάλληλος για μια τόσο μεγάλης σημασίας δίκη.