Η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τεράστια σπατάλη πόρων, καθώς για δεκαετίες οι τοπικοί αξιωματούχοι κατασκευάζουν εντυπωσιακά αλλά μη λειτουργικά έργα, δίνοντας έμφαση στο μέγεθος και την εξωτερική εμφάνιση εις βάρος της βιωσιμότητας και του κόστους.
Άδεια αεροδρόμια, υπερμεγέθη εκθεσιακά κέντρα και φουτουριστικές τεχνολογικές ζώνες χωρίς σύνδεση με την πραγματική βιομηχανία έχουν κατακλύσει τη χώρα.
Οι πολιτικοί επιδιώκουν αυτά τα άκρως ορατά έργα («visibility projects») για να εντυπωσιάσουν τους ανωτέρους τους, στερώντας πόρους από λιγότερο λαμπερές αλλά πιο ουσιαστικές υποδομές. Ο Κινέζος ηγέτης, Σι Τζινπίνγκ, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα του προβλήματος, έχει εντείνει τις προσπάθειες καταστολής του φαινομένου.
Ήδη από το 2025 και με αποκορύφωμα μια σημαντική ομιλία του τον Φεβρουάριο του 2026, ο Σι προειδοποίησε αυστηρά τα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ), κατηγορώντας όσους επιμένουν σε αυτή τη στρατηγική ότι έχουν στρεβλή αντίληψη για την πολιτική επιτυχία.
Μάλιστα, θέσπισε σεμινάρια επανεκπαίδευσης και ξεκαθάρισε ότι η κακοδιαχείριση για λόγους εντυπωσιασμού θα επιφέρει από απλές προειδοποιήσεις μέχρι και διαγραφή από το κόμμα.
Ένα συστημικό πρόβλημα με βαθιές ρίζες
Παρά τις προειδοποιήσεις του Πεκίνου, οι προσπάθειες αυτές μοιάζουν μάταιες. Το ΚΚΚ είχε ξεκινήσει παρόμοια εκστρατεία ήδη από το 2014, παγώνοντας εκατοντάδες έργα και τιμωρώντας αξιωματούχους, όμως το φαινόμενο επανέρχεται διότι αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό και όχι απλό σφάλμα του κινεζικού πολιτικού συστήματος.
Η αυστηρά ιεραρχική δομή ελέγχου αναγκάζει τις τοπικές κυβερνήσεις να στρέφουν τα κεφάλαια μακριά από τα «αόρατα» αλλά κρίσιμα θεμέλια της ανάπτυξης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πόλη Τσινγκντάο, όπου το 2000 ο τότε δήμαρχος προτίμησε να κατασκευάσει μια άκρως ορατή αλλά πανάκριβη γέφυρα 1,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων αντί για ένα υποθαλάσσιο τούνελ που πρότειναν οι ειδικοί, με αποτέλεσμα η γέφυρα σήμερα να λειτουργεί με παθητικό.
Ανάλογες στρεβλώσεις παρατηρούνται στις υποδομές αποχέτευσης, όπου κατασκευάζονται υπερσύγχρονες μονάδες καθαρισμού λυμάτων χωρίς όμως τα απαραίτητα υπόγεια δίκτυα σωληνώσεων που θα τις τροφοδοτήσουν, αλλά και στον τεχνολογικό τομέα, όπου δημιουργούνται τουριστικά χωριά με ρομπότ που χορεύουν, αντί να χρηματοδοτείται η βασική επιστημονική έρευνα.
Το κυνήγι των δεικτών, η πίστη στο κόμμα και η διαφορά με τη Δύση
Οι τοπικοί αξιωματούχοι εγκλωβίζονται σε αυτή την παγίδα λόγω του συστήματος αξιολόγησής τους. Το ΚΚΚ βασίζεται σε ετήσιους ποσοτικούς δείκτες (όπως η άνοδος του ΑΕΠ ή τα ποσοστά ανεργίας) για να αποφασίσει τις προαγωγές. Αυτό ωθεί τους πολιτικούς στο να αλλοιώνουν δεδομένα και να αναζητούν εντυπωσιακούς τρόπους για να ξεχωρίσουν. Επιπλέον, η ανάγκη επίδειξης απόλυτης πίστης στις νέες κατευθυντήριες γραμμές του Πεκίνου οδηγεί σε έναν άκρατο ανταγωνισμό.
Όταν η κεντρική διοίκηση ζήτησε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι τοπικοί άρχοντες έχτισαν αιολικά πάρκα που δεν μπορούσαν να συνδεθούν στο δίκτυο, ενώ σήμερα, που η έμφαση δίνεται στην υψηλή τεχνολογία, η σπατάλη μετατοπίστηκε στα ηλεκτρικά οχήματα και την τεχνητή νοημοσύνη, δημιουργώντας υπερπαραγωγή και χρεοκοπημένες επιχειρήσεις.
Αν και έργα επίδειξης («λευκοί ελέφαντες») υπάρχουν και στις δημοκρατίες, εκεί ο έλεγχος των ψηφοφόρων, τα ΜΜΕ και το πολιτικό κόστους θέτουν όρια. Στην Κίνα, αντίθετα, σημασία έχει μόνο η γνώμη των ανώτερων στελεχών. Παράλληλα, επειδή οι αξιωματούχοι μετατίθενται κάθε τρία με τέσσερα χρόνια για να μην αποκτούν τοπική δύναμη, δεν έχουν κανένα κίνητρο να συντηρήσουν τα έργα των προκατόχων τους, προτιμώντας να ξεκινήσουν γρήγορα κάτι δικό τους, γεγονός που οδήγησε ακόμα και στην καταστροφή χιλιάδων στρεμμάτων δασών στον βορρά λόγω κακής επιλογής δέντρων.
Η ψευδαίσθηση του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού
Η κατάσταση αυτή καταρρίπτει τον μύθο ότι τα αυταρχικά καθεστώτα υπερέχουν στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Το Πεκίνο μπορεί να θέτει φιλόδοξους στόχους, αλλά δεν διαθέτει τους μηχανισμούς για να τους υλοποιήσει σωστά, θυσιάζοντας τη βιώσιμη ανάπτυξη για χάρη εφήμερων εντυπώσεων. Καθώς η κινεζική οικονομία επιβραδύνεται και τα τοπικά χρέη διογκώνονται, τα περιθώρια για τέτοιες σπατάλες στενεύουν δραματικά.
Για να σταματήσει οριστικά αυτός ο φαύλος κύκλος, η Κίνα θα έπρεπε να δώσει λόγο στους πολίτες, στα δικαστήρια και στον Τύπο ώστε να ελέγχουν την εξουσία από τη βάση προς τα πάνω («bottom-up accountability»).
Ωστόσο, κάτι τέτοιο θα υπονόμευε το μονοπώλιο του Κομμουνιστικού Κόμματος στην εξουσία. Χωρίς ριζικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις, το κινεζικό μοντέλο μπορεί να φαντάζει λαμπερό εξωτερικά, αλλά θα συνεχίσει να παράγει γιγαντιαία έργα που εξυπηρετούν τις καριέρες των πολιτικών, υποσκάπτοντας το μέλλον της χώρας.