Σημαντικές διπλωματικές επαφές έλαβαν χώρα στην Αθήνα, όπου ο Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, συνάντησε τον υπαρχηγό της Γενικής Διοίκησης του Λιβυκού Εθνικού Στρατού, Σαντάμ Χαφτάρ, κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψη του τελευταίου στην ελληνική πρωτεύουσα.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η εξέλιξη αυτή αποτελεί συνέχεια των πρόσφατων επαφών στη Βεγγάζη και επιβεβαιώνει τη σταθερή βούληση των δύο πλευρών για την περαιτέρω ενδυνάμωση των διαύλων επικοινωνίας και των ήδη ικανοποιητικών σχέσεων που έχουν αναπτυχθεί με την Ανατολική Λιβύη.
Στο τραπέζι των συνομιλιών δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εμβάθυνση της οικονομικής και επενδυτικής συνεργασίας, με αιχμή του δόρατος τον ενεργειακό τομέα, ενώ συμφωνήθηκε επίσης η ανάγκη για άμεση αναβάθμιση των αεροπορικών και θαλάσσιων συνδέσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Το μέτωπο του μεταναστευτικού και η οριοθέτηση της ΑΟΖ
Στο κρίσιμο πεδίο της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, Αθήνα και Ανατολική Λιβύη συμφώνησαν στην εντατικοποίηση της συνεργασίας τους, με στόχο τον περιορισμό της παράτυπης μετανάστευσης που κατευθύνεται προς την Κρήτη και τη Γαύδο.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίστηκε η σημασία της συνέχισης των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τα στελέχη της Λιβυκής Ακτοφυλακής στην Ελλάδα, καθώς και η παροχή ελληνικής τεχνογνωσίας μέσω νέων εκπαιδευτικών δράσεων.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, αναδείχθηκε ο ρόλος της Ελλάδας ως ενός αξιόπιστου διαμεσολαβητή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών να επαναλαμβάνει τη σταθερή θέση της χώρας για μια ενιαία και ισχυρή Λιβύη, απαλλαγμένη από ξένες παρεμβάσεις.
Αναφορικά με το ζήτημα των θαλασσίων ζωνών, ο κ. Γεραπετρίτης κατέστησε σαφές ότι κορυφαία προτεραιότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής παραμένει η επίσημη οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης με τη Λιβύη. Η διαδικασία αυτή, όπως τονίστηκε, πρέπει να γίνει στη βάση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και της σύμβασης UNCLOS, αναγνωρίζοντας τις δύο χώρες ως γνήσια γειτονικές με αντικείμενες ακτές.
Οι διπλωματικές πηγές κατέληξαν επισημαίνοντας ότι η γεωγραφική εγγύτητα, σε συνδυασμό με την εξαιρετικά εύθραυστη διεθνή γεωπολιτική συγκυρία, καθιστά απολύτως αναγκαία την οικοδόμηση μιας αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας, η οποία θα λειτουργήσει ως πυλώνας σταθερότητας, ασφάλειας και ευημερίας για ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.