Η αποχώρηση της Βρετανίας από τις διαπραγματεύσεις για τη συμμετοχή της στο νέο αμυντικό ταμείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (SAFE), ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ, αναδεικνύει τις εσωτερικές αντιφάσεις της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την αμυντική αυτονομία.
Το Λονδίνο αρνήθηκε να καταβάλει το αιτούμενο τίμημα των 6 δισεκατομμυρίων ευρώ για την πρόσβασή του στο πρόγραμμα —τη στιγμή που στον Καναδά προσφέρθηκε αντίστοιχη πρόσβαση έναντι μόλις 10 εκατομμυρίων ευρώ— κρίνοντας ότι η συμφωνία δεν ήταν συμφέρουσα. Την ίδια στιγμή, το ταμείο SAFE θέτει αυστηρούς κανόνες, απαιτώντας το 65% της αξίας των εξοπλισμών να προέρχεται από χώρες της ΕΕ, του ΕΟΧ ή την Ουκρανία.
Παρά το γεγονός ότι η πρωτοβουλία διοχετεύει κεφάλαια και επεκτείνει τις βιομηχανικές υποδομές, καταλήγει να αφήνει εκτός πλαισίου τη σημαντικότερη στρατιωτική δύναμη της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Το ευρωπαϊκό αμυντικό εγχείρημα ενισχύεται από το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Αμυντικής Βιομηχανίας (EDIP) με ορίζοντα υλοποίησης το 2036, εστιάζοντας σε τομείς όπως τα drones, η αεράμυνα, η διαστημική ασφάλεια και η θωράκιση της ανατολικής πτέρυγας.
Η Πολωνία, δαπανώντας σχεδόν το 4,8% του ΑΕΠ της για την άμυνα, αποτελεί το βασικό πεδίο εφαρμογής αυτής της πολιτικής. Ωστόσο, παρατηρείται σημαντική απόκλιση μεταξύ των στόχων και της πραγματικής παραγωγής, καθώς τα αποθέματα πυρομαχικών σε χώρες όπως η Γερμανία παραμένουν κρίσιμα χαμηλά, ενώ το χρονοδιάγραμμα του EDIP (2028-2033) καθυστερεί σε σχέση με τις εκτιμήσεις του ΝΑΤΟ, που θέτουν ως ορόσημο ετοιμότητας το 2035.
Τα ευρωπαϊκά κονδύλια συγκεντρώνονται κυρίως σε μεγάλους βιομηχανικούς ομίλους, όπως η Rheinmetall, η KNDS, η Leonardo, η Thales και η Saab, αφήνοντας τις μικρότερες εταιρείες σε ρόλο υπεργολάβου. Ωστόσο, η αγορά εμφανίζεται επιφυλακτική, όπως αναδείχθηκε από την αναστολή της εισαγωγής της KNDS στο χρηματιστήριο, καθώς οι επενδυτές απαιτούν απτά αποτελέσματα παραγωγής και όχι απλές πολιτικές εξαγγελίες.
Παράλληλα, αποκαλύπτεται μια σημαντική δομική ασυνέπεια στους ευρωπαϊκούς κανόνες. Η Πολωνία αναπτύσσει πρόγραμμα κατασκευής 1.000 αρμάτων μάχης K2PL σε συνεργασία με τη νοτιοκορεατική Hyundai Rotem, μεταφέροντας την παραγωγή και την τεχνογνωσία στο έδαφός της.
Αν και η κίνηση αυτή δημιουργεί χιλιάδες θέσεις εργασίας, βασίζεται σε νοτιοκορεατική τεχνολογία και πνευματική ιδιοκτησία, παραβιάζοντας στην πράξη το πνεύμα του κανόνα περί 65% ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας. Έτσι, ενώ η ΕΕ εφαρμόζει εξαιρετικά αυστηρά τα κριτήρια αυτά στην περίπτωση της Βρετανίας, επιδεικνύει ευελιξία για εθνικά εξοπλιστικά προγράμματα που βασίζονται σε σχεδιασμούς τρίτων χωρών.
Αυτή η έλλειψη συντονισμού οδηγεί στη δημιουργία δύο παράλληλων αμυντικών πυλώνων στην Ευρώπη. Ο ένας κινείται γύρω από τους γραφειοκρατικούς κανόνες και τα κονδύλια της ΕΕ, ενώ ο άλλος αναπτύσσεται μέσω των αμυντικών διαύλων του ΝΑΤΟ (όπως ο οργανισμός NSPA και η βρετανική πρωτοβουλία Joint Expeditionary Force), όπου οι αποκλεισμένοι ή ημι-ενταγμένοι σύμμαχοι πραγματοποιούν τις κοινές προμήθειές τους.
Αν δεν υπάρξει ειδική συμφωνία μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών έως το 2028, η ευρωπαϊκή «στρατηγική αυτονομία» κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια σειρά από κατακερματισμένα εθνικά εξοπλιστικά προγράμματα, αντί για μια ενιαία και αποτελεσματική ηπειρωτική αμυντική αγορά.