Ιερά Σύνοδος: Διευκρινίσεις για τη μισθοδοσία των Αρχιερέων - «Δεν αποτελεί προνόμιο»

 
iera synodos

Πηγή Φωτογραφίας: EUROKINISSI (ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ)

Ενημερώθηκε: 19/06/26 - 12:12

Διευκρινίσεις σχετικά με το ζήτημα της μισθοδοσίας των Αρχιερέων έδωσε ο εκπρόσωπος Τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου Βαρθολομαίος, μετά τη δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες ημέρες γύρω από το μισθολογικό καθεστώς της ανώτερης εκκλησιαστικής ιεραρχίας.

Σε γραπτή δήλωσή του, ο Μητροπολίτης ανέφερε ότι στο δημόσιο διάλογο έχουν διατυπωθεί τόσο εύλογοι προβληματισμοί όσο και ανακριβείς πληροφορίες, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα απαιτεί ψύχραιμη και τεκμηριωμένη προσέγγιση.

Όπως υποστήριξε, η μισθοδοσία του ιερού Κλήρου συνδέεται ιστορικά με την εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία που περιήλθε στο ελληνικό κράτος κατά την περίοδο 1833-1952. Σύμφωνα με τη θέση της Εκκλησίας, η περιουσία αυτή αξιοποιήθηκε για την εξυπηρέτηση σημαντικών κοινωνικών αναγκών, συμβάλλοντας στη δημιουργία δημόσιων υποδομών, στην αποκατάσταση προσφύγων και αγροτών, καθώς και στην ανάπτυξη κοινωφελών δράσεων.

Ο εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου τόνισε ότι, υπό αυτό το πρίσμα, η μισθοδοσία των κληρικών δεν μπορεί να θεωρείται προνομιακή ή χαριστική παροχή του κράτους προς την Εκκλησία, αλλά αποτελεί μέρος μιας ιστορικής σχέσης που διαμορφώθηκε μέσα από τις συμφωνίες και τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν τη μεταβίβαση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Αναφερόμενος στη νέα ρύθμιση που προωθεί η Πολιτεία, ο Μητροπολίτης Βαρθολομαίος υπογράμμισε ότι δεν δημιουργεί κάποιο νέο προνόμιο για τους Αρχιερείς, αλλά επαναφέρει τη μισθολογική τους αντιμετώπιση στο πλαίσιο που ισχύει για άλλους ανώτατους δημόσιους λειτουργούς.

Όπως εξήγησε, το ύψος των αποδοχών συνδέεται με τον θεσμικό ρόλο και τις διοικητικές ευθύνες που ασκούν οι Αρχιερείς, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ελληνικής έννομης τάξης. Παράλληλα, απέρριψε αναφορές που κάνουν λόγο για υπέρογκες αποδοχές, υποστηρίζοντας ότι αρκετά από τα ποσά που έχουν δημοσιοποιηθεί βασίζονται σε εσφαλμένες ερμηνείες ή ανακριβή στοιχεία.

Κλείνοντας τη δήλωσή του, κάλεσε όσους συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση να προσεγγίζουν το θέμα με αίσθημα ευθύνης, αμοιβαίο σεβασμό και προσήλωση στα πραγματικά δεδομένα, αποφεύγοντας τις υπερβολές και τις εντυπώσεις.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Εκκλησία συνεχίζει να επιτελεί το ποιμαντικό και κοινωνικό της έργο, στηρίζοντας ανθρώπους που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και ανάγκες, πολλές φορές μακριά από τη δημοσιότητα.

Αναλυτικά η δήλωση έχει ως εξής:

«Η συζήτηση που αναπτύχθηκε τις τελευταίες ημέρες γύρω από το μισθολογικό καθεστώς των Αρχιερέων ανέδειξε εύλογους προβληματισμούς, αλλά προβλήθηκαν και αρκετές ανακρίβειες, γι’ αυτό επιβάλλεται νηφάλια αποσαφήνιση.

Πρώτα απ’ όλα, είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι η μισθοδοσία του ιερού Κλήρου αποτελεί την ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση της Πολιτείας για την τεράστια μοναστηριακή περιουσία που αφαιρέθηκε από τις Ιερές Μονές κατά την περίοδο 1833–1952, χωρίς πλήρη και ισότιμη αποζημίωση. Η περιουσία αυτή αξιοποιήθηκε προς όφελος του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, συμβάλλοντας καθοριστικά στη λειτουργία πανεπιστημίων και νοσοκομείων, στην αποκατάσταση αγροτών, προσφύγων, ακτημόνων και μικροκαλλιεργητών, καθώς και στη δημιουργία κοινόχρηστων, κοινωφελών χώρων και άλλων υποδομών δημόσιας ωφέλειας. Υπό αυτήν την έννοια, η μισθοδοσία του Κλήρου συνδέεται ιστορικά με την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας για το κοινό καλό, και όχι με κάποια χαριστική ή προνομιακή μεταχείριση της Εκκλησίας εκ μέρους του Κράτους. 

Παράλληλα, η πρόσφατη ρύθμιση,  που εισηγείται η Ελληνική Πολιτεία, δεν εισάγει κάποιο νέο προνόμιο. Επαναφέρει τη μισθοδοσία των Αρχιερέων εντός του γενικού πλαισίου της δημόσιας διοίκησης. Στην ελληνική έννομη τάξη η ευθύνη διοίκησης και ο θεσμικός ρόλος αντανακλώνται και μισθολογικά. Για τον λόγο αυτό οι αποδοχές των Αρχιερέων συνδέονται με το αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο των ανωτάτων δημοσίων λειτουργών. 

Οι αναφορές σε υπέρογκα ή λανθασμένα ποσά βασίζονται συχνά σε εσφαλμένη ανάγνωση ή ηθελημένη διαστρέβλωση των πραγματικών δεδομένων.Παρακαλούμε, λοιπόν, το ζήτημα να προσεγγίζεται με αλήθεια, δικαιοσύνη και αμοιβαίο σεβασμό, μακριά από υπερβολές και χωρίς καλλιέργεια εύκολων εντυπώσεων.

Για την ποιμαίνουσα Εκκλησία η προσπάθεια επίλυσης των πραγματικών προβλημάτων των ανθρώπων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ποιμαντικής ευθύνης και της διακονίας και γι’ αυτό επιτελείται αθόρυβα από τον κάθε ποιμένα, χωρίς να διαφημίζεται, σύμφωνα με την Ευαγγελική προσταγή «σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου (Ματθ. 6:3)». 

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ