Σε τροχιά καταιγιστικών εξελίξεων εισέρχεται το πολιτικό και δικαστικό προσκήνιο της Κύπρου. Η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς παραδίδει στον Γενικό Εισαγγελέα και τον Έφορο Φορολογίας το ογκώδες πόρισμα των 3.000 σελίδων, καθώς και το μαρτυρικό υλικό που συγκεντρώθηκε έπειτα από διετή έρευνα γύρω από τις καταγγελίες του βιβλίου «Κράτος Μαφία».
Η υπόθεση αγγίζει συνολικά 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονται ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης, πρώην υπουργοί, δικαστές και ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί. Τα αποδιδόμενα αδικήματα είναι βαρύτατα και αφορούν περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας, εμπορίας επηρεασμού και δεκασμού.
Το μεγάλο «αγκάθι» της διαδικασίας εντοπίζεται στο νομικό παράδοξο της λεγόμενης «διπλής δουλειάς». Καθώς η Αρχή κατά της Διαφθοράς διαθέτει μόνο ερευνητικές και όχι ανακριτικές αρμοδιότητες, σε περίπτωση που αποφασιστεί η διενέργεια ποινικής έρευνας, οι νέοι ανακριτές θα πρέπει να λάβουν όλες τις καταθέσεις από την αρχή ώστε να έχουν ισχύ στο δικαστήριο.
Αυτή η αναγκαστική καθυστέρηση προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς ο χρόνος κυλά εις βάρος της απονομής δικαιοσύνης, τη στιγμή που η κοινωνία απαιτεί άμεσες απαντήσεις.
Παράλληλα, έντονος είναι ο διάλογος και για το ζήτημα της αμεροληψίας των προσώπων που θα χειριστούν την υπόθεση. Αν και ο Γενικός και ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας ορθώς αυτοεξαιρέθηκαν λόγω της προηγούμενης θητείας τους στο Υπουργικό Συμβούλιο του κ. Αναστασιάδη, το γεγονός ότι ελέγχονται πρώην στελέχη της Νομικής Υπηρεσίας και της Αστυνομίας δημιουργεί επιπλέον προβλήματα.
Νομικοί κύκλοι προκρίνουν ως μόνη αξιόπιστη λύση τον διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών και ιδιωτών κατηγόρων, ακολουθώντας το επιτυχημένο προηγούμενο παλαιότερων καταδικών υψηλόβαθμων αξιωματούχων.
Επιπλέον δυσκολίες αναμένεται να αντιμετωπίσει και ο φορολογικός έλεγχος των επτά πρώην αξιωματούχων. Αν και ο νόμος επιβάλλει έλεγχο σε βάθος δωδεκαετίας, δηλαδή μέχρι το 2014, η πλειονότητα των επίμαχων γεγονότων —όπως οι δικαστικές αποφάσεις για την υπόθεση Ριμπολόβλεφ, η παραχώρηση κρατικής γης στην Αρχιεπισκοπή, η υπόθεση Focus και οι τραπεζικές προμήθειες— εκτυλίχθηκαν πριν από το έτος αυτό.
Από την πλευρά του, ο Νίκος Αναστασιάδης έχει ήδη προαναγγείλει τη σκληρή στάση που θα κρατήσει κατά τη διάρκεια της προγραμματισμένης συνέντευξης Τύπου την προσεχή Τρίτη.
Ο τέως Πρόεδρος απορρίπτει πλήρως το πόρισμα, δηλώνοντας ότι οι ισχυρισμοί του συγγραφέα Μακάριου Δρουσιώτη περί διαφθοράς κατέρρευσαν, ενώ τονίζει ότι οι κατηγορίες που του αποδίδονται δεν του τέθηκαν ποτέ υπόψη κατά την ερευνητική διαδικασία ώστε να δώσει τις κατάλληλες απαντήσεις.
Εκτός από τον κ. Αναστασιάδη και το πρώην δικηγορικό του γραφείο, στη λίστα των ελεγχόμενων προσώπων βρίσκονται ο τέως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου, ο πρώην δικαστής Χάρης Σολομωνίδης, ο πρώην υπουργός Νίκος Κουγιάλης, ο τέως βουλευτής Γιώργος Βαρνάβα, η τέως προϊσταμένη της ΜΟΚΑΣ Εύα Ρωσσίδου Παπακυριακού και ο πρώην ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας Ιωάννης Σωτηριάδης.
Στην ίδια υπόθεση εμπλέκονται επιχειρηματίες και νομικοί σύμβουλοι, όπως ο Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ, ο Ευθύμιος Μπουλούτας, ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος, ο Παναγιώτης Νεοκλέους και η δικηγορική εταιρεία Α. Νεοκλέους, με τα υπό εξέταση γεγονότα να εκτείνονται σε ένα ευρύ χρονικό φάσμα από το 2008 έως και το 2021, οπότε και είδαν το φως της δημοσιότητας οι διεθνείς αποκαλύψεις των Pandora Papers (ICIJ).