Η γεωπολιτική προσέγγιση της Κίνας απέναντι στην Αίγυπτο μετά τα γεγονότα της 30ής Ιουνίου 2013 αποκαλύπτει μια αυστηρά πραγματιστική στρατηγική, προσανατολισμένη στη διατήρηση της περιφερειακής σταθερότητας και την προστασία των εθνικών της συμφερόντων.
Κινεζικές δεξαμενές σκέψης, στρατιωτικοί κύκλοι και υπηρεσίες πληροφοριών αποτίμησαν τη συγκεκριμένη λαϊκή και θεσμική παρέμβαση ως μια σωτήρια καμπή που απέτρεψε την κατάρρευση του αιγυπτιακού κράτους και στοχοποίησε τη διακυβέρνηση των Αδελφών Μουσουλμάνων ως μια περίοδο συστηματικής αποδόμησης των εθνικών θεσμών.
Η απειλή της «Αδελφοποίησης» και η εσωτερική ασφάλεια της Κίνας
Σύμφωνα με αναλύσεις από το Πεκίνο, η περίοδος διακυβέρνησης του Μοχάμεντ Μόρσι χαρακτηρίστηκε από πλήρη αποτυχία στη διαχείριση της οικονομίας και της ασφάλειας, οδηγώντας σε κοινωνικό διχασμό, καλπάζοντα πληθωρισμό και ανεργία.
Οι κινεζικές αρχές επέκριναν δριμύτατα τα ιδεολογικά συνθήματα της οργάνωσης, όπως το «Η λύση είναι το Ισλάμ», χαρακτηρίζοντάς τα αόριστα, ουτοπικά και ανίκανα να προσφέρουν ρεαλιστικές λύσεις στα χρονίζοντα προβλήματα της χώρας.
Πέραν των οικονομικών, οι κινεζικές υπηρεσίες ασφαλείας αντιμετώπισαν με έντονη καχυποψία τους Αδελφούς Μουσουλμάνους λόγω της ιδεολογικής και οργανωτικής τους σύγκλισης με διεθνή εξτρεμιστικά δίκτυα, όπως η Αλ Κάιντα και το ISIS.
Για το Πεκίνο, η άνοδος του πολιτικού ισλαμισμού στην Αίγυπτο αποτελούσε έμμεση απειλή για την ίδια την εσωτερική του ασφάλεια, καθώς διέβλεπε κίνδυνο διασύνδεσης με αυτονομιστικά κινήματα στην ευαίσθητη περιοχή του Σιντσιάνγκ.
Επιπλέον, κινεζικές πηγές κατηγόρησαν την Αδελφότητα για υπόγεια διπλωματική συμπόρευση με προηγούμενες κυβερνήσεις των ΗΠΑ με σκοπό τη δημιουργία ενός υπερεθνικού ισλαμικού δικτύου, γεγονός που θεωρήθηκε ευθεία απειλή για τις κινεζικές επενδύσεις στη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Η συμμαχία με τον Σίσι και το σπάσιμο της διεθνούς απομόνωσης
Αφήνοντας κατά μέρος κάθε ιδεολογικό ενδοιασμό, η Κίνα προχώρησε σε μια ρεαλιστική στροφή, αναγνωρίζοντας έγκαιρα το νέο καθεστώς και στηρίζοντας ανοιχτά τον στρατό και τον Πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ Αλ Σίσι.
Η κινεζική στρατιωτική ηγεσία χαρακτήρισε τον αιγυπτιακό στρατό ως την πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στο χάος και στήριξε ενεργά τις επιχειρήσεις του κατά της τρομοκρατίας στη χερσόνησο του Σινά.
Η πολιτική αυτή υποστήριξη μεταφράστηκε άμεσα σε πράξεις, καθώς το Πεκίνο αρνήθηκε οποιαδήποτε ξένη παρέμβαση ή επιβολή πολιτικών όρων στο Κάιρο, προσφέροντας ισχυρή στήριξη τη στιγμή που η Ουάσιγκτον ασκούσε πιέσεις και «πάγωνε» την οικονομική βοήθεια.
Παράλληλα, η Κίνα προσκάλεσε την Αίγυπτο στη Σύνοδο της G20 το 2016 και στη Σύνοδο των BRICS το 2017, σπάζοντας αποτελεσματικά τη διεθνή απομόνωση του Καΐρου. Ήδη από το 2014, οι δύο χώρες είχαν υπογράψει Σύμφωνο Συνολικής Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης, ευθυγραμμίζοντας την κινεζική πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» με το αναπτυξιακό πλάνο «Όραμα 2030» της Αιγύπτου.
Οικονομική άνθηση και μεταφορά τεχνολογίας
Αυτή η στρατηγική συμπόρευση οδήγησε σε μια εντυπωσιακή οικονομική συνεργασία. Με αφορμή και τη συμπλήρωση των 70 χρόνων διπλωματικών σχέσεων, τα επίσημα κινεζικά μέσα ενημέρωσης προέβαλαν τη νέα εποχή διμερών σχέσεων υπό το σύνθημα «Από τον Κοινό Πολιτισμό στη Στρατηγική Σύνδεση».
Στο πλαίσιο αυτό, οι κινεζικές επενδύσεις στην Αίγυπτο κατέγραψαν άλμα, αγγίζοντας τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια, με το πρώτο τρίμηνο του έτους να παρουσιάζει εισροή επιπλέον 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων.
Η τρέχουσα συνεργασία επικεντρώνεται πλέον στην εγχώρια παραγωγή κινεζικών προϊόντων σε αιγυπτιακό έδαφος και στη μεταφορά προηγμένης τεχνολογίας, επιβεβαιώνοντας ότι η επιλογή του Πεκίνου να στηριχθεί σε ισχυρά εθνικά κράτη απέδωσε σημαντικούς γεωπολιτικούς και οικονομικούς καρπούς.