Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ ξεκινά με τις δύο χώρες να προσέρχονται με ριζικά διαφορετικές επιδιώξεις. Το διακύβευμα για την Τουρκία επικεντρώνεται στην επαναπροσέγγιση των σχέσεων του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με απώτερο σκοπό την αναζωπύρωση των ελπίδων για επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35.
Αντίθετα, ο στόχος για την Ελλάδα είναι η εξαργύρωση της συνέπειάς της, καθώς αποτελεί μία από τις ελάχιστες χώρες της Συμμαχίας που εκπληρώνουν ήδη τους αυστηρούς στόχους των αμυντικών δαπανών, προβάλλοντας το προφίλ ενός αξιόπιστου και αποτελεσματικού εταίρου.
Παρά την πολιτική διάθεση του Λευκού Οίκου για αποκατάσταση των διαύλων με την Άγκυρα, αμερικανικά δίκτυα όπως το Reuters ξεκαθαρίζουν ότι η επιστροφή στα F-35 παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.
Η πιθανή έγκριση κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό KAAN θεωρείται κίνηση χαμηλού πολιτικού κόστους και όχι προάγγελος για τα F-35, καθώς οι κυρώσεις για τους ρωσικούς S-400 παραμένουν σε ισχύ, ενώ το Κογκρέσο διατηρεί ένα ισχυρό διακομματικό «μπλόκο» που ο Αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί να προσπεράσει μονομερώς.
Στο ήδη περίπλοκο σκηνικό προστίθεται η παρέμβαση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος προειδοποίησε τις ΗΠΑ να μην παραχωρήσουν F-35 στην Τουρκία, προσδίδοντας στο ζήτημα μια ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση.
Η ελληνική διπλωματία τηρεί στάση αναμονής, μακριά από τον επικοινωνιακό ενθουσιασμό της Άγκυρας. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υπογράμμισε ότι το αμερικανικό θεσμικό πλαίσιο δεν έχει αλλάξει και οι περιορισμοί του Κογκρέσου ισχύουν στο ακέραιο, τονίζοντας ότι η Ελλάδα διαμορφώνει την πολιτική της με βάση τον δικό της σχεδιασμό.
Το ισχυρό χαρτί του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Σύνοδο είναι η επιβεβαιωμένη υπεραπόδοση της χώρας, η οποία βρίσκεται στην πρώτη πεντάδα του ΝΑΤΟ, έχοντας επιτύχει αμυντικές δαπάνες 3,6% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας τον στόχο του 3,5% για το 2026, ενώ υλοποιεί ένα μακρόπνοο εξοπλιστικό πρόγραμμα 25 δισ. ευρώ.
Σχετικά με την ανάλυση των ειδικών, ο καθηγητής Άγγελος Συρίγος επισημαίνει ότι η επιστροφή της ρωσικής απειλής στο επίκεντρο του ΝΑΤΟ αναγκάζει τη Συμμαχία να στέλνει το μήνυμα στους συμμάχους να παραμερίσουν τις διμερείς τους διαφορές.
Σημειώνει ότι το ΝΑΤΟ λειτουργεί με ομοφωνία και δεν μπορεί να παρέμβει στις ελληνοτουρκικές διαφορές, ενώ προειδοποιεί ότι η χώρα πρέπει επειγόντως να επενδύσει στην εγχώρια παραγωγή οπλικών συστημάτων και drones, καθώς αλλάζουν ριζικά τα στρατιωτικά δόγματα.
Από την πλευρά του, ο Κωνσταντίνος Φίλης αναφέρει ότι η γεωπολιτική αξία της Τουρκίας την καθιστά αναγκαία για τη Δύση, όμως η επιδίωξη του Ερντογάν για στρατηγική αυτονομία μειώνει την εμπιστοσύνη των συμμάχων.
Εκτιμά ότι οι αμερικανικοί κινητήρες για το KAAN εξασφαλίζουν απλώς τη βιωσιμότητα του τουρκικού προγράμματος χωρίς να ανατρέπουν το ποιοτικό προβάδισμα της ελληνικής αεροπορίας, προσθέτοντας ότι ενδεχόμενη επιστροφή της Τουρκίας στα F-35 θα εξυπηρετούσε κυρίως τα οικονομικά συμφέροντα της αμερικανικής βιομηχανίας.
Τέλος, ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τα εξοπλιστικά στη βαθύτερη μάχη για την αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Εξηγεί ότι η Άγκυρα επιδιώκει να κρατήσει την ευρωπαϊκή άμυνα απόλυτα προσδεδεμένη στο ΝΑΤΟ για να διατηρεί δικαίωμα παρέμβασης μέσω του βέτο, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει αποκλεισμένη.
Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα διατηρεί αυτή τη στιγμή ένα κρίσιμο χρονικό παράθυρο τεχνολογικής υπεροχής, αλλά η πραγματική της πρόκληση είναι να μην επιτρέψει στη χώρα μας να δεσμευτεί μόνιμα σε ένα αμυντικό πλαίσιο όπου η Τουρκία θα έχει αυξημένη δυνατότητα επιρροής.