Στα πρόθυρα μιας ολοκληρωτικής στρατιωτικής σύρραξης, εκ νέου, βρίσκεται η Μέση Ανατολή, καθώς το εκρηκτικό σκηνικό των εκατέρωθεν επιθέσεων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν οδηγεί σε οριστικό ναυάγιο τις ειρηνευτικές συνομιλίες.
Στο επίκεντρο της έντασης παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, με τις αμερικανικές δυνάμεις να εξαπολύουν αεροπορικές επιδρομές εναντίον κρίσιμων ιρανικών στρατιωτικών υποδομών, όπως συστήματα αεράμυνας, ραντάρ και βάσεις πυραύλων κοντά στον Περσικό Κόλπο.
Η απάντηση του Ιράν ήταν άμεση, χρησιμοποιώντας πυραύλους και drones εναντίον εγκαταστάσεων αμερικανικών συμφερόντων σε γειτονικά κράτη, στέλνοντας παράλληλα σαφή προειδοποίηση ότι κάθε βάση που διευκολύνει πλήγματα εναντίον του εδάφους του αποτελεί πλέον νόμιμο στόχο.
Η στρατιωτική αυτή κλιμάκωση έχει προκαλέσει σχεδόν πλήρη παράλυση στη ναυσιπλοΐα των Στενών του Ορμούζ, από όπου διακινείται το 20% του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) παγκοσμίως.
Πολλές ναυτιλιακές εταιρείες αποφεύγουν τη δίοδο, ενώ όσα δεξαμενόπλοια ρισκάρουν το πέρασμα απενεργοποιούν τα συστήματα εντοπισμού τους, αντιμετωπίζοντας παράλληλα κατακόρυφη αύξηση στα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου.
Η εξέλιξη αυτή πυροδοτεί έντονη νευρικότητα στις διεθνείς αγορές και εκθέτει ανεπανόρθωτα τις οικονομίες της Ασίας, αλλά και τις χώρες του Κόλπου που εξαρτώνται από τις εξαγωγές τους μέσω των Στενών.
Για την Τεχεράνη, ο έλεγχος του Ορμούζ αποτελεί το βασικό διαπραγματευτικό της όπλο, με τους Ιρανούς αξιωματούχους να ξεκαθαρίζουν ότι η ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας εξαρτάται από την τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων εκ μέρους των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, το προσωρινό μνημόνιο κατανόησης που προέβλεπε τεχνικές συνομιλίες 60 ημερών για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και την άρση των κυρώσεων βρίσκεται πλέον στον αέρα. Το Ιράν συνδέει άρρηκτα την εφαρμογή της συμφωνίας με την παροχή εγγυήσεων για τον τερματισμό των ισραηλινών επιχειρήσεων στον Λίβανο, την εκεχειρία και την αποδέσμευση των κεφαλαίων του στο εξωτερικό.
Αντίθετα, οι ΗΠΑ κατηγορούν την Τεχεράνη για εκβιασμό μέσω της διεθνούς ναυσιπλοΐας και αξιώνουν πλήρη πρόσβαση των επιθεωρητών του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ) στις πυρηνικές της εγκαταστάσεις.
Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο μετά τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, λίγο πριν από τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, χαρακτήρισε την προσωρινή συμφωνία ουσιαστικά «τελειωμένη», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για ακόμη πιο σκληρά στρατιωτικά πλήγματα.
Παρά την πολεμική ρητορική του Λευκού Οίκου, Αμερικανοί διπλωμάτες σημειώνουν πως οι δίαυλοι επικοινωνίας δεν έχουν κλείσει οριστικά. Την ίδια ώρα, η Τεχεράνη συνεχίζει τις επαφές της με μεσολαβητές όπως το Κατάρ, το Ομάν, η Τουρκία και το Πακιστάν, οι οποίοι πιέζουν για άμεση αποκλιμάκωση.
Ωστόσο, η Ουάσιγκτον επέλεξε να εντείνει και την οικονομική πίεση, ανακαλώντας την ειδική άδεια που επέτρεπε στο Ιράν να πουλά νόμιμα πετρέλαιο και πετροχημικά προϊόντα.
Η προθεσμία για την ολοκλήρωση των σχετικών συναλλαγών μεταφέρθηκε εσπευσμένα για τις 17 Ιουλίου, αντί της 21ης Αυγούστου που προέβλεπε η αρχική συμφωνία. Η απόφαση αυτή στερεί από το Ιράν πολύτιμους πόρους και ενισχύει τη θέση των σκληροπυρηνικών στο εσωτερικό της χώρας, οι οποίοι κάνουν λόγο για αμερικανική αναξιοπιστία.
Πλέον, η ισορροπία στην περιοχή κρέμεται από μια κλωστή, καθώς ένα ενδεχόμενο λάθος, μια πολύνεκρη επίθεση ή η βύθιση ενός μεγάλου πλοίου μπορεί να πυροδοτήσει μια ανεξέλεγκτη, γενικευμένη στρατιωτική σύρραξη.