Κατηγορηματικά αντίθετο εμφανίζεται το Κρεμλίνο στην εκτίμηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι η μεταφορά των πληγμάτων στο ρωσικό έδαφος θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για διαπραγματεύσεις.
Απαντώντας στις δηλώσεις της Ουάσιγκτον, ο εκπρόσωπος της ρωσικής προεδρίας, Ντμίτρι Πεσκόφ, ξεκαθάρισε ότι η κλιμάκωση των ουκρανικών επιθέσεων θα έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: την παράταση των εχθροπραξιών και την αναγκαστική διεύρυνση της ρωσικής «ζώνης ασφαλείας» στα μέτωπα.
Η τοποθέτηση της Μόσχας έρχεται ως άμεση απάντηση στις εκτιμήσεις του Ντόναλντ Τραμπ και του υπουργού Εξωτερικών του, Μάρκο Ρούμπιο. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι η αυξανόμενη πίεση στον ρωσικό εναέριο χώρο και τα πλήγματα σε υποδομές θα μπορούσαν να αναγκάσουν τον Βλαντίμιρ Πούτιν να καθίσει στο τραπέζι των συνομιλιών.
Ο Πεσκόφ χαρακτήρισε τη θέση αυτή «εσφαλμένη», τονίζοντας ότι η στρατιωτική πίεση και η επιδείνωση της έντασης υπονομεύουν, αντί να βοηθούν, την ειρηνευτική διαδικασία.
Στο πεδίο των επιχειρήσεων, το Κίεβο έχει εντείνει τις επιδρομές με drones βαθιά στη ρωσική επικράτεια, στοχεύοντας στρατηγικής σημασίας πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια και δεξαμενόπλοια στη Θάλασσα του Αζόφ.
Οι Ουκρανοί περιγράφουν αυτές τις επιχειρήσεις ως «κυρώσεις μεγάλου βεληνεκούς» με στόχο να πλήξουν την οικονομική και πολεμική μηχανή της Μόσχας. Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος του ρωσικού ΥΠΕΞ, Μαρία Ζαχάροβα, κατηγόρησε το Κίεβο για απώλειες αμάχων, κάνοντας λόγο για 38 νεκρούς μέσα σε μία εβδομάδα, στοιχεία ωστόσο που δεν έχουν επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητες πηγές.
Παρά τη ρητορική στήριξη του Τραμπ προς την Ουκρανία, οι ειρηνευτικές πρωτοβουλίες των ΗΠΑ έχουν ουσιαστικά «παγώσει» λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, πηγές με γνώση των διεργασιών στη Μόσχα επισημαίνουν ότι, αντί να καμφθεί, η στάση του Βλαντίμιρ Πούτιν έχει σκληρύνει ακόμη περισσότερο μετά τα τελευταία πλήγματα στις ρωσικές υποδομές.